Αναμνήσεις από τα μαθητικά μου χρόνια - του Κυριάκου Δημ. Καραντζή

Η περιοχή του Πειραιώς στη οποίαν ευρίσκοντο τα μηχανουργεία, τα λεβητοποιεία, και τα χυτήρια ορειχάλκου και χυτοσίδηρου, άρχιζε από την Δραπετσώνα, και τελείωνε στην οδόν Ρετσίνα! Στη περιοχή αυτήν υπήρχαν τα περίφημα εργοστάσια κατασκευής πετρελαιομηχανών του Μαλκότση και του Αξελού. Τα Μηχανουργεία, του Ροντήρη και Στρουμπούλη, του Δαμασκινού, του Μιλιόνη, του Σωτηρόπουλου, του Καουκάκη, του Ζούλια, του Λαλιάμου, του Πετσάλη και πάρα πολλά άλλα! Άστραφτε και βρόνταγε κατά το κοινώς λεγόμενο η περιοχή αυτή του Πειραιά από απόψεως τεχνολογικής παραγωγικότητος υψηλού επιπέδου, που σε συνδυασμόν με την λειτουργίαν των περίφημων νυχτερινών σχολών Μηχανικών κα Ηλεκτρολόγων Εμπορικού Ναυτικού και Ξηράς που υπήρχαν τότε και ακτινοβολούσαν από κύρος και προκοπή, δημιουργείτο το Μέγα και Δυνατόν εκείνο ρεύμα της Τεχνολογικής προόδου, συμβάλλοντας πλουσιοπάροχα στην ύπαρξη της ευημερίας αλλά και στη διατήρηση του υψηλού κύρους που πρέπει απαραιτήτως να υπάρχουν στην πατρίδα μας!


Εκείνα τα ευλογημένα χρόνια είμαστε περισσότερα από 100 (εκατό) παιδιά στο Δημοτικόν Σχολείον του χωριού μας! Ήταν πράγματι ευλογία Θεού, και εννοείται ότι αυτό ίσχυε σε όλα τα χωριά της πατρίδος μας τα οποία όπως και το χωριό μας, έτσι και αυτά έσφυζαν από ζωή, παρουσιάζοντας πολύτιμες παραγωγικές δραστηριότητες! 

Σύμφωνα με την παράδοση, ξεκινούσαμε όλα τα παιδιά από το Σχολείον δια την Εκκλησία με την Γαλανόλευκη Σημαία μας μπροστά, τραγουδώντας και τότε ωραιότατα τραγούδια ελληνοπρεπούς περιεχομένου τα οποία μαθαίναμε στο Σχολείον, και με βήμα ζωηρό και γρήγορο φτάναμε στο προαύλιον της Εκκλησίας γεμάτοι από ευχαρίστηση και ελληνοχριστιανικό ενθουσιασμό! Με απόλυτη τάξη και πειθαρχία εκτελούσαμε όπως πάντα τις γεμάτες από υπευθυνότητα και κύρος προσταγές των δασκάλων μας, προσέχοντας και θαυμάζοντας και τις επίσης γεμάτες από υπευθυνότητα και κύρος παραδόσεις των στο κάθε μάθημα! Λίγο πριν την Δοξολογίαν έπρεπε να είμαστε μέσα στον Ιερόν Ναόν (προσπαθούσαμε με όλη μας την ευχαρίστηση να είμαστε συνεπείς σε αυτό) γεγονός το οποίον δημιουργούσε αισθήματα θρησκευτικής κατανύξεως και εθνικής υπερηφάνειας τόσον σε εμάς τα παιδιά, όσον και στους παρευρισκόμενους συγχωριανούς μας. Με δεδομένα όλα αυτά λοιπόν είχα και εγώ την τόση μεγάλη τύχη και ευτυχία να τελειώσω το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μας. Από εκεί και ύστερα, χωρίς να χάσω καθόλου καιρό μπήκα και εγώ στον αγώνα του Ναυτικού επαγγέλματος με πολλή θέληση, όπως το ίδιο έκαναν ανέκαθεν τα παιδιά του χωριού μας, σίγουρα στην πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία, μιας και το χωριό μας είναι ναυτικό με πλούσια και αξιοθαύμαστην Ναυτικήν παράδοση! Έπιασα λοιπόν αμέσως δουλειά μαζί με ένα συνομήλικο παιδί του χωριού μας σε μια μεγάλη ψαρόβαρκα ενός πολύ καλού ανθρώπου και άριστου πρακτικού Ναυτικού και ψαρά συγχωριανού μας, παρά την αντίδραση της μητέρας μου, η οποία επέμενε εις το ότι έπρεπε οπωσδήποτε να περιμένουμε πρώτα την γνώμη του πατέρα μου, ο οποίος τότε είχε μπαρκάρει σε ένα αλιευτικόν βαποράκι ως ψαροκαπετάνιος, δηλαδή ως επικεφαλής στην τέχνη της αλιείας. 



Το αλιευτικόν αυτό σκάφος, το όνομα του οποίου ήταν «Αλκυόνη», ανήκε στο Υδροβιολογικόν Ινστιτούτον, το οποίον στεγάζετο σε ένα θαυμάσιον μεγάλον κτίριον ευρισκόμενον πλησίον του Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου στον Πειραιά. Το θαυμάσιον αυτό κτίριον, λοιπόν, ύστερα από πολλά χρόνια κατεδαφίστηκε, και στο μεγάλο εκείνο συνολικόν οικόπεδον που δημιουργήθηκε οικοδομήθηκε το Νοσοκομείον «Μεταξά» όπως είναι σήμερα. Κάθε φορά που πηγαίνω στο νοσοκομείο αυτό δια επίσκεψη ασθενών κυριεύομαι από απέραντη θλίψη και συγκίνηση, διότι ένα μέρος του προαυλίου του Νοσοκομείου αρκετά ευρύχωρον ήταν το προαύλιον του κτιρίου στο οποίον στεγάζετο το εν λόγω ινστιτούτον, όπου εκεί αρμάτωνε ή μπάλωνε ο πατέρας μου τις μεγάλες εκείνες τράτες, διότι ο χώρος εκεί ήταν ο πλέον κατάλληλος ως προς το μέγεθός του για την εργασίαν αυτήν. Το βαποράκι αυτό αναχωρούσε από τον Πειραιά για ταξίδι είκοσι και πλέον ημερών στο Αιγαίον και στο Ιόνιον πέλαγος, συνταξιδεύοντας επιστήμονες ιχθυολόγοι, και επιστρέφοντας πλεύριζε πάντα στον μόλο της ακτής Μιαούλη, ανάμεσα στον Άγιο Σπυρίδωνα και στο μέγαρο του Βάτη, με υψωμένη μερικές φορές την τράτα στην μπίγα ερχόμενο από ταξίδι. Στις ημέρες αργίας μου άρεσε πάρα πολύ να πηγαίνω στο βαποράκι αυτό. Κατεβαίνοντας στο Μηχανοστάσιο μου έδιναν οι μηχανικοί πολύτιμα πρακτικά μαθήματα (όπως θα αναφέρω στην συνέχεια, όλην την ημέρα δούλευα σε Μηχανουργείο, και το βράδυ σπούδαζα για μηχανικός στην Σχολή Μηχανικών στον «Αρχιμήδη» ) τα οποία μου έχουν μείνει αξέχαστα, μάλιστα ο πρώτος μηχανικός μου είχε δωρίσει μια πολύ καλή κασετίνα με εργαλεία απολύτως απαραίτητα για το Μηχανολογικό Σχέδιο την οποία και έχω. Όλοι τους ήταν θαυμάσιοι άνθρωποι, και πολύ καλοί Μηχανικοί. Συνεχίζοντας λοιπόν από εκεί που είχα μείνει, αναφερόμενος εις το ότι έπιασα δουλειά στη μεγάλη ψαρόβαρκα, ομολογώ ότι από την πρώτη μέρα ένιωθα πολύ ευχαριστημένος διότι απλούστατα συμπεριλαμβανόμουνα πλέον στα ενεργά μέλη της κοινωνίας του χωριού μας. Φιλοδοξούσα να φτάσω βαθμηδόν και επαξίως σε μια καλή θέση σε μεγάλα βαπόρια, γεγονός το οποίον με την βοήθεια του Θεού πρώτα, και ύστερα από πάρα πολύ δύσκολο και περιπετειώδη αγώνα μου, ο διακαής αυτός πόθος μου πραγματοποιήθηκε, απολαμβάνοντας τον ενθουσιασμό και την αξιοπρέπεια που πρέπει να έχει ο κάθε πολίτης. Ξεκινώντας από τα Βελανίδια με τα κουπιά (εκείνα τα πρώτα φτωχά μεταπολεμικά χρόνια μηχανή είχαν τα λίγα, μεγαλύτερα σκάφη τα οποία υπήρχαν στο χωριό μας) πηγαίναμε πολλές ώρες μακριά για το ψάρεμα με τα δίχτυα! Μετά από την ψαρόβαρκα τσουρμάρισα σε ένα αλιευτικόν μηχανοκίνητον, αυτήν την φορά μεγαλύτερο σκάφος, ιδιοκτήτης του οποίου ήταν ένας επίσης πολύ καλός άνθρωπος και άριστος πρακτικός ναυτικός και ψαράς συγχωριανός μας. Και μιας που μου δίνεται ευκαιρία, πρέπει να πω αυτό που είναι πράγματι αληθές, ότι τόσον οι Βελανιδιώτες, όσον και οι άλλοι Βατικιώτες αν όχι όλοι, σίγουρα στην πάρα πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία είναι εργατικοί, έντιμοι, πολύ καλοί οικογενειάρχες, και όσοι εξασκούν το επάγγελμα του Ναυτικού με οποιαδήποτε ειδικότητα, διακρίνονται για την θαυμάσια αξιοσύνη τους σε αυτό! Και με το σκάφος αυτό ψαρεύαμε με δίχτυα πηγαίνοντας πολύ μακρύτερα φυσικά! 

Έχοντας λάβει ο πατέρας μου γράμμα από την μάνα μου ενημερώνοντας τον σχετικά, είχε ενεργήσει σε όλα, και αφού είχε πάρει την τελική απόφαση έστειλε στην μητέρα μου γράμμα και απευθυνόμενος σε μένα με ρωτούσε αν ήθελα να σπουδάσω μηχανικός, σε νυχτερινή Σχολή Μηχανικών, και την ημέρα να εργαζόμουνα σε Μηχανουργείον! Δεν βρέθηκα σε δίλημμα γιατί έτσι είχα προγραμματίσει το μέλλον μου αρχίζοντας από το πρώτο σκαλοπάτι της εξασκήσεως του Ναυτικού επαγγέλματος. Και αυτό μου άρεσε. Δέχτηκα την πρόταση με πολλήν θέληση μάλιστα, ευχαριστώντας με όλην μου την καρδιά τους αείμνηστους γονείς μου (ο Θεός να αναπαύει τις ψυχούλες των) και ομολογώ ότι η θέλησή μου ήταν σε τόσο υψηλόν βαθμόν, διότι είχε συμβάλλει σε πολύ μεγάλο ποσοστόν το γεγονός, ότι στο διάστημα που δούλευα στο εν λόγω μηχανοκίνητον σκάφος είχα εντυπωσιαστεί και εκτιμήσει την τεράστια ωφελιμότητα που παρέχει στον άνθρωπον η κινητήρια μηχανή! Λαβαίνοντας λοιπόν ο πατέρας μου την απάντησή μου με την οποίαν συμφωνούσε και η μητέρα μου πήρε άδεια και ήρθε στο χωριό και αφού τα κουβεντιάσαμε όλα από κοντά, αναχωρήσαμε ο πατέρας μου και εγώ για τον Πειραιά με το τότε ατμόπλοιον “Έλενα” το οποίον εκτελούσε το ίδιο δρομολόγιον που εκτελούσε μετά από 10 χρόνια το αξέχαστο Βατικιώτικο ατμόπλοιο «Μυρτιδιώτισσα». Ταξιδεύοντας για τον Πειραιά η θέλησή μου δια να κοπιάσω σπουδάζοντας Μηχανικός αυξάνετο την κάθε φορά που έβλεπα από τα ανοιχτά σπιράγια (φεγγίτες στην οροφήν του μηχανοστασίου) το μηχανοστάσιον, ιδιαίτερα την επάνω όψη της μηχανής! Τόσο πολύ ενθουσιαζόμουνα, και θαύμαζα, που δεν χόρταινα να κοιτάζω. Όσο πλησιάζαμε στον Πειραιά όλο και περισσότερον αυξάνετο η επιθυμία μου δια να αντικρίσω από πολύ κοντά την περίφημη αυτήν μεγαλούπολη και το περίφημο λιμάνι της, που θαύμαζα από διηγήσεις μόνο και που έμελλε να το αντικρίσω σε λίγο, φορτωμένος με χίλιες δύο ευχάριστες σκέψεις για το μέλλον μου. Φτάνοντας ήταν αδύνατον να μην κυριευτώ από την εκθαμβωτικήν μεγαλοπρέπεια της πόλεως και του πρώτου σε ολόκληρη την χώρα μας λιμένος!
 
Ο Πειραιάς τότε παρουσίαζε πάρα πολύ διαφορετική όψη από αυτήν που παρουσιάζει σήμερα, που όμως αυτό δεν σημαίνει ότι τότε δεν είχε να παρουσιάσει πάρα πολλά ευχάριστα και αξιοθέατα τα οποία τραβούσαν σαν δυνατός μαγνήτης το ενδιαφέρον και την προσοχήν των ανθρώπων, ιδιαίτερα εκείνων που τα έβλεπαν και τα ζούσαν για πρώτη φορά όπως εγώ! Τα κτίρια που ξεχώριζαν τότε ως προς το μέγεθος και το ύψος τους ήταν ελάχιστα σε σχέση με όλα αυτά που υπάρχουν σήμερα. Τότε υπήρχαν (και εξακολουθούν να υπάρχουν παρουσιάζοντας αναμφισβήτητα θαυμάσια παραδοσιακήν μεγαλοπρέπειαν και ομορφιά) και ξεχώριζαν, οι ιεροί Ναοί, το μέγαρον του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), το παλαιόν Ταχυδρομείον, το Δημοτικόν Θέατρον, το μέγαρον του Βάτη, του «Ηλεκρικού Σταθμού» και άλλα. Τα αυτοκίνητα, ιδιαίτερα τα Ι.Χ. ήταν και αυτά ελάχιστα σε σχέση με αυτά που υπάρχουν σήμερα. Οι μεταφορές μικρών φορτίων πραγματοποιούντο με κάρα κινούμενα με άλογα. Στους δρόμους και στις πλατείες εφαρμόζετο καθημερινώς και αδιαλείπτως με επιτυχία το πρόγραμμα που αφορούσε την καλήν καθαριότητα! 

Υπήρχε πράγματι, τόση ησυχία, που σε συνδυασμόν με τη θαυμάσιαν παραδοσιακήν μεγαλοπρέπειαν και ομορφιά που ακτινοβολούσαν τα κτίρια που ξεχώριζαν (μερικά εκ των οποίων ανέφερα ήδη), χαιρότανε κανείς να περπατά στους δρόμους και στις πλατείες απολαμβάνοτας συγχρόνως και τον καθαρό αέρα με την ευχάριστη οσμή! Ο περίπατος ιδιαίτερα στο Πασαλιμάνι ήταν πράγματι πάρα πολύ απολαυστικός. Στο λιμάνι υπήρχε βεβαίως η ανωτερότητα εκείνη που το καθιστούσε όπως και σήμερα πρώτο λιμάνι στη χώρα μας. Τα πολύ λίγα και πολύ μικρά βαπόρια της ακτοπλοΐας που υπήρχαν τότε (σε σχέση με όλα αυτά που υπάρχουν σήμερα) εκτελώντας τα δρομολόγιά τους αντιμετώπιζαν φυσικά σοβαρές δυσκολίες στην φουρτούνα. 

Οι επιβάτες έχοντας εναποθέσει τις ελπίδες των πρώτα στον Θεόν και ύστερα στην θαυμαστήν αξιοσύνη του πλοιάρχου, των αξιωματικών και των άλλων μελών του πληρώματος, και βεβαίως στην δοκιμασμένη αντοχήν του πλοίου στις διαφορές σφοδρές καταπονήσεις που υφίστατο στην διάρκειαν της φουρτούνας, παρά τις γνωστές ταλαιπωρίες των αισθάνονταν ασφαλείς! 

Πάρα πολλά ακόμη θα μπορούσε να γράψει κανείς για τον Πειραιά τη δεύτερη μετά τα Βάτικα ιδιαίτερη πατρίδα πολλών Βατικιώτικων οικογενειών πολύ καλά αποκαταστημένων!

Και μιας που μου δίνεται τώρα η ευκαιρία, αξίζει να αναφέρω και το εξής επίσης πολύ σημαντικόν γεγονός το οποίον έζησα όταν ταξίδευα με ένα μεγάλο πετρελαιοφόρο βαπόρι με Ελληνική Σημαία, και είχαμε πάει στην Ιαπωνία, συγκεκριμένα στο λιμάνι της μεγάλης πόλεως «Κούρε»! Είμαστε πολλοί Έλληνες ναυτικοί (τότε δεν υπήρχε απολύτως κανένας αλλοδαπός ναυτικός στο κάθε Ελληνικό βαπόρι), διότι ευρίσκοντο εκεί άλλα δύο Ελληνικά βαπόρια στα οποία κυμάτιζε και σε αυτά υπερηφάνως η Γαλανόλευκη Ελληνική Σημαία μας! Βγαίνονας στην Πόλη η συγκίνησή μας ήταν τόσο πολύ δυνατή, που είναι αδύνατον να περιγραφεί, ακούγοντας το περίφημο Ελληνικόν τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» μεγαλοφώνος, όταν βαδίζαμε στον κεντρικότερο δρόμο της πόλεως! Τα λόγια του τραγουδιού ακούγονταν στην Ιαπωνική γλώσσα, αλλά η μουσική ήταν ακριβώς η δική του!

Φτάνοντας, λοιπόν, στον Πειραιά, πήγαμε στο σπίτι μιας συμπαθέστατης οικογένειας συγχωριανών μας, διότι όπως είχε συνεννοηθεί ο πατέρας μου θα έμενα εκεί ως οικότροφος. Παρά το γεγονός ότι είχε κανονιστεί να μείνω με το αζημίωτον φυσικά, συγχρόνως είμεθα και ευγνώμονες στην οικογένεια, διότι τα τρία περίπου χρόνια που έμεινα εκεί (μετά νοίκιασα δωμάτιον) μου φέρθηκαν οι άνθρωποι άψογα!

Εν συνέχεια και σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα για οτιδήποτε σημαντικό, ζητούσε ο πατέρας μου την γνώμη ενός πολύ καλού και σεβαστού ανθρώπου με τον οποίον είχε γνωριστεί και είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους αμοιβαία εκτίμηση και αγνή φιλία (ο γιος του οποίου, ήταν λογιστής σε ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα μηχανουργεία του Πειραιώς), έγινε η εγγραφή μου στην νυχτερινή Σχολή Μηχανικών, και για την ημέρα βρέθηκε αμέσως δουλειά, όπως θα γράψω στη συνέχεια. Η περιοχή του Πειραιώς στη οποίαν ευρίσκοντο τα μηχανουργεία, τα λεβητοποιεία, και τα χυτήρια ορειχάλκου και χυτοσίδηρου, άρχιζε από την Δραπετσώνα, και τελείωνε στην οδόν Ρετσίνα! Στη περιοχή αυτήν υπήρχαν τα περίφημα εργοστάσια κατασκευής πετρελαιομηχανών του Μαλκότση και του Αξελού. Τα Μηχανουργεία, του Ροντήρη και Στρουμπούλη, του Δαμασκινού, του Μιλιόνη, του Σωτηρόπουλου, του Καουκάκη, του Ζούλια, του Λαλιάμου, του Πετσάλη και πάρα πολλά άλλα! Άστραφτε και βρόνταγε κατά το κοινώς λεγόμενο η περιοχή αυτή του Πειραιά από απόψεως τεχνολογικής παραγωγικότητος υψηλού επιπέδου, που σε συνδυασμόν με την λειτουργίαν των περίφημων νυχτερινών σχολών Μηχανικών κα Ηλεκτρολόγων Εμπορικού Ναυτικού και Ξηράς που υπήρχαν τότε και ακτινοβολούσαν από κύρος και προκοπή, δημιουργείτο το Μέγα και Δυνατόν εκείνο ρεύμα της Τεχνολογικής προόδου, συμβάλλοντας πλουσιοπάροχα στην ύπαρξη της ευημερίας αλλά και στη διατήρηση του υψηλού κύρους που πρέπει απαραιτήτως να υπάρχουν στην πατρίδα μας! Οι ξακουστές και ιστορικές αυτές σχολές, του Προμηθέα, του Αρχιμήδη, του Πειραϊκού Συνδέσμου και πολλές άλλες, πρέπει να πούμε ότι έχουν προσφέρει στην πατρίδα μας πάρα πολύ σπουδαίο έργον, με την έννοια ότι χιλιάδες άξια στελέχη που είχαν αποφοιτήσει από τις θαυμάσιες αυτές Σχολές, επάνδρωναν τα βαπόρια και τα εργοστάσια φτάνοντας βαθμηδόν και επαξίως μέχρι και τον βαθμό του πρώτου προϊσταμένου, και δεν ήταν λίγοι που αποκτούσαν επαξίως και τον επίσης επίζηλο τίτλο του πετυχημένου στο είδος αυτό επιχειρηματία ακόμη και μεγαλοεπιχειρηματία! Επίσης στην περιοχή αυτήν του Πειραιά υπήρχε (και εξακολουθεί να υπάρχει) και λειτουργούσε μεγαλειωδώς και το εμπόριο Βιομηχανικών ειδών και εργαλείων και το εμπόριο σιδήρου! 
 
Ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός, το να βλέπει κανείς τον τεράστιο εργασιακό οργασμό που υπήρχε τότε σε ολόκληρη την πατρίδα μας δια την επανόρθωση, ένεκα των καταστροφικών συνεπειών και της δυσβάσταχτης φτώχειας, που είχαν προέλθει από τον δεύτερον παγκόσμιο πόλεμο, και εν συνεχεία από τον εμφύλιο σπαραγμό. Έχοντας λοιπόν ο πολύ καλός εκείνος άνθρωπος και φίλος του αείμνηστου πατέρα μου πολλές και καλές γνωριμίες στην εν λόγω Βιομηχανική περιοχή του Πειραιά, μεσολάβησε και έπιασα αμέσως δουλειά σε ένα εργοστάσιο, στο οποίον κατασκευάζοντο ορειχάλκινες βάνες. (Βάνα =μεταλλική κατασκευή με την οποίαν ρυθμίζουμε ή και διακόπτουμε την ροή υγρών). Στο εργοστάσιο αυτό υπήρχαν τα εξής τμήματα εργασίας. 1) Το χυτήριον (χυτήριον = εγκατάσταση στην οποίαν υπάρχουν καμίνια στα οποία δια μέσου ειδικών πυρίμαχων δοχείων λιώνονται μέταλλα και εν συνέχεια χύνεται το λιωμένο μέταλλο σε καλούπια, τα οποία φτιάχνονται εκεί από ειδικό τεχνίτη με πολύ καλά κοσκινισμένο ειδικό χώμα, το οποίον αφού βραχεί όσο χρειάζεται και ζυμωθεί καταλλήλως τοποθετείται σε ειδικές μεταλλικές κάσες χρησιμοποιώντας εν συνέχεια το πρότυπον ! Ύστερα και πριν χυθεί το λιωμένο μέταλλο, θερμαίνεται το χώμα με το αποτύπωμα όσο πρέπει δια να στεγνώσει έτσι ώστε να μην διαλύεται εύκολα.) Αυτά σε τόσο σύντομη εξήγηση διότι η δουλειά αυτή του χύτη είναι ολόκληρη πολύ σπουδαία τέχνη! 2) Το Μηχανουργικό τμήμα στο οποίον υπήρχαν μικροί τόρνοι. (Τόρνος = εργαλειομηχανή δια της οποίας επιτυγχάνεται η κατεργασία σκληρών υλών π.χ. μετάλλων ). 3) Το εφαρμοστήριον. 4) Το Δοκιμαστήριο και τέλος το γραφείο του Λογιστηρίου. Πρέπει να πούμε όμως εδώ ότι πριν από το χυτήριον έχουν εργαστεί τόσον γι’ αυτό, όσον και για κάθε άλλο παρεμφερές είδος της τεχνολογικής προόδου, και άλλοι άνθρωποι και έτσι υπάρχουν και τα εξής πρώτα τμήματα εργασίας τα οποία είναι:1) Το γραφείο Μελετών. 2) Το Σχεδιαστήριο και 3) το Προτυποποιείον. 

Είναι ευνόητο λοιπόν το μέγεθος της αξίας και της υπευθυνότητος ενός εκάστου όλων αυτών των τμημάτων εργασίας. Ξεκινώντας λοιπόν ως μαθητευόμενος αρχίζοντας από το χυτήριον και όπως είχαμε προγραμματίσει, τελικά θα έπιανα δουλειά σε Μηχανουργείο το οποίον θα αναλάμβανε κάθε είδους Μηχανουργικές εργασίες στις οποίες βεβαίως συμπεριλαμβάνοντο και εκείνες που αφορούσαν τις διάφορες επισκευές στα Μηχανοστάσια βαποριών και έτσι έγινε. Παράλληλα σπούδαζα σε νυχτερινή επαγγελματική Σχολή Μηχανικών, στον «Αρχιμήδη»! Οι σπουδές στις τότε νυχτερινές Σχολές Μηχανικών και Ηλεκτρολόγων ύστερα από την ολοήμερη κοπιαστική πρακτική εξάσκηση στα Μηχανουργεία και στα Ηλεκτρολογικά εργαστήρια, ήταν και αυτές ένα από τα πλέον σημαντικά και ευχάριστα γεγονότα της ζωής μας, διότι απλούστατα μαζί με την πρακτικήν εξάσκηση, θα αποκτούσαμε καλή και σωστή επαγγελματική σταδιοδρομία! Ο αμοιβαίος σεβασμός που υπήρχε μεταξύ των κ.κ. Καθηγητών και των σπουδαστών ήταν σε όλο του το μεγαλείο. Βεβαίως υπήρχαν και τότε κρούσματα απειθαρχίας εκ μέρους των σπουδαστών αλλά ήταν πολύ ελάχιστα και μεμονωμένα. Σε όποιες σχολές σπούδαζαν πολλά παιδιά (οι εγγραφές μας στις Σχολές αυτές εγένοντο κατόπιν επιτυχών εξετάσεων) τόσα που δεν χωρούσαν στο κεντρικό κτίριο της Σχολής, τότε ανάλογα με τον αριθμόν των σπουδαστών, και ανάλογα με το μέγεθος του κεντρικού κτιρίου, υπήρχαν ένα ή και δύο παραρτήματα, σπουδάζοντας στο κεντρικό κτίριο οι δύο τελευταίες τάξεις, ή μόνο η τελευταία, όπως π.χ αυτό συνέβαινε στη σχολή που σπούδασα στον Αρχιμήδη όπου τις μικρότερες τάξεις τις τελείωσα σε παράρτημα της σχολής ευρισκόμενο στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου στον Πειραιά. Στις δυο τελευταίες τάξεις ή μονο στην τελευταία (εδώ δεν θυμάμαι καλά) σπούδασα στο κεντρικό κτίριο της Σχολής ευρισκόμενο επί της Λεωφόρου Δευτέρας Μεραρχίας, πολύ κοντά στο Πασαλιμάνι, όπου εκεί υπήρχε και το τέλειο και σύγχρονο εκπαιδευτικό Μηχανουργείο. Όταν σχολάζαμε στις δέκα η ώρα την νύχτα αν όχι όλα σίγουρα τα πολύ περισσότερα παιδιά πηγαίναμε με τα πόδια στα σπίτια που μέναμε όταν φυσικά η απόσταση ήταν υποφερτή κάπως, όπως εγώ που έμενα κοντά στον «Ηλεκτρικό Σταθμό» Πειραιώς. Όπως είπαμε ήταν φτωχά τα χρόνια τότε γι’ αυτό ο καθένας μας όσον του ήταν δυνατόν έκανε οικονομία. Όσοι μέναμε κοντά στον “Ηλεκτρικό Σταθμό” Πειραιώς ή και λίγο μακρύτερα, δε χρειαζόμαστε καθόλου ρολόι ξυπνητήρι για να σηκωθούμε το πρωί να πάμε στην δουλειά, διότι απλούστατα λίγο πριν το ξημέρωμα αναχωρούσε το τρένο για την Πελοπόννησο (ο σταθμός του οποίου ευρίσκεται πλησίον του “Ηλεκτρικού Σταθμού” Πειραιώς) σφυρίζοντας εκείνη την ώρα τόσο δυνατά που ξυπνούσε ακόμη και ο πιο δύσκολος στο ξύπνημα, άλλωστε εκείνη την ώρα αρχίζουν να κυκλοφορούν οι καροτσιέρηδες με τα κάρα τους κινούμενα με άλογα, κάνοντας αρκετόν θόρυβο οι τροχοί των κάρων και τα πέταλα των αλόγων.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος που δεν θυμάται και συγχρόνως που δεν νοσταλγεί έστω και λίγο τις πρώτες εκείνες ημέρες της κάθε Σχολικής Χρονιάς, τότε που παίρναμε τα σχολικά βιβλία και όλα τα άλλα χρειαζούμενα σχολικά είδη. Για μας τους μαθητάς των Τεχνικών Σχολών υπήρχαν ειδικά βιβλιοπωλεία, όπως για παράδειγμα του κ. Λιοντή και του κ. Κουβαράκη, ευρισκόμενα κοντά στο Δημοτικό θέατρο. Από αυτού του είδους τα βιβλιοπωλεία εις τα οποία υπήρχε τέλια ειδίκευση, αγοράζαμε όλα τα βιβλία για την κάθε τάξη, όλα τα εργαλεία για το Σχέδιο και γενικά όλα τα άλλα είδη που χρειάζοντο για τις σπουδές μας. 

Θα ήταν σημαντική η παράλειψή μου αν δεν αναφερόμουνα και στο εξής γεγονός το οποίον και αυτό μου έχει μείνει αξέχαστο... 
Όταν, λοιπόν, πρώτα έπιασα δουλειά ως μαθητευόμενος στο εν λόγω εργοστάσιο, έτυχε μια ημέρα να υποστεί βλάβη ένα μέρος της υδραυλικής εγκατάστασης στο σπίτι του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, το οποίον σπίτι αυτό ευρίσκετο στο Χαϊδάρι της Αττικής. Αμέσως τότε έστειλε ο ιδιοκτήτης για την διόρθωση της βλάβης έναν τεχνίτη από το εργοστάσιο με βοηθό του εμένα. Ήταν πράγματι πάρα πολύ ευχάριστη και αξέχαστη η διαδρομή από τον Πειραιά μέχρι το Χαϊδάρι με το λεωφορείο συγκοινωνίας, διότι τότε (το 1952) η περιοχή του Λεκανοπεδίου Αττικής, δεν ήταν έτσι πυκνοκατοικημένη όπως είναι σήμερα, γι’ αυτό και το περιβάλλον ήταν πανέμορφο διότι υπήρχαν μεγάλες καλλιεργημένες εκτάσεις χωραφιών και υγιεινό διότι υπήρχε ο καθαρός αέρας. Στο Χαϊδάρι υπήρχαν ελάχιστα σπίτια σε σχέση με όλα αυτά που υπάρχουν σήμερα και σχηματίζουν ως γνωστό ολόκληρη πόλη. 

Πάρα πολύ καλά και ωραία ήταν βέβαια όλα αυτά, μα εκείνο που μου προξένησε απέραντο θαυμασμό, μένοντας έκθαμβος, ήταν τότε που για πρώτη φορά αντίκρισα τον Παρθενώνα!. Ομολογώ ότι έτσι όπως έβλεπα από το Χαϊδάρι, το αθάνατο αυτό Ελληνικό Μνημείο Πολιτισμού που το έλουζαν οι χρυσές ακτίνες του Ήλιου, ένιωθα ότι πράγματι ακτινοβολούσε την αθάνατη εκείνη Δόξα του Ελληνικού μας πολιτισμού, αναπολώντας συγχρόνως τις θαυμάσιες και γεμάτες από κύρος σχετικές παραδόσεις του Δασκάλου μας στο Δημοτικό Σχολείο!!!


( Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 256 - Δεκέμβριος 2007 )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²