Περί του μυστηρίου της κοινωνικής παραγωγής. Υπάρχει «ειδοποιός διαφορά»; - του Βαγγέλη Πισσία

Τούτη η έρμη χώρα δεν πάσχει από έλλειψη κομμάτων. Άλλωστε στις τελευταίες εκλογές  υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής 71 μόλις κόμματα… Τούτη η χώρα πάσχει από την έλλειψη πολιτικού και συνάμα κοινωνικού κινήματος, κινήματος, όμως, που ν” αποτελεί  φορέα ιδεών, ιδεών που δεν ικανοποιούνται όταν αυτοπεριορίζονται μόνον ως ιδεολογία, αλλά ιδεών που ενσαρκώνονται και γίνονται πρόσωπο, σύμφωνα με πολλές αυθεντικές παραδόσεις της οικουμένης, σύμφωνα και με την ελληνική εύφορη παράδοση.  Τούτη η χώρα έχει ανάγκη  ιδεών που εμπειρικά να δοκιμάζονται και πρακτικά να υλοποιούνται, ιδεών που γίνονται στοιχείο υλικό της καθημερινής πραγματικότητας, ιδεών που δεν απευθύνονται  μόνο στις υποκείμενες αλλοτριωμένες ανάγκες αλλά και στις υπερκείμενες υπαρξικές επιθυμίες  των ανθρώπων της,  που δεν εκφράζουν μόνο τις διαθέσεις τους αλλά και  τις  γνήσιες «εκ βαθέων» παρορμήσεις τους.

Τέτοιο κίνημα, σε τούτη τη χώρα, δεν φαίνεται σήμερα να υπάρχει, ούτε καν  αχνοδιαγράφεται στον ορίζοντα.

 * * *
Το κείμενο που ακολουθεί τον σύντομο αυτόν πρόλογο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, είναι κείμενο συγκεκριμένου, όμως περιορισμένου σκοπού, δεν ενδιαφέρεται να καταγραφεί ως κείμενο βάσης.  Είναι όμως κείμενο μιας ορισμένης πρότασης. Γράφτηκε γι” αυτό με τρόπο συνοπτικό και διαμορφώθηκε σε τρεις (3)  ενότητες, η πρώτη ετερο-αναφορική, καθώς παρουσιάζει αυτό που  λέγεται -ή προτείνεται-  από τους «άλλους» (συγκυβέρνηση και αντιπολίτευση), η δεύτερη περιγραφική και ως ένα βαθμό διαγνωστική, καθώς  επιχειρεί να αναδείξει  σημαντικές όψεις και τάσεις της διεθνούς πραγματικότητας, η δε τρίτη αυτό-αναφορική, καθώς επιχειρεί να διατυπώσει μια «ειδοποιό» πρόταση την οποία, όποιοι  συμφωνούν,  μπορούν να επεξεργαστούν και να αναπτύξουν.
* * *
1.1 ] Προτάσεις συγκυβέρνησης και αντιπολίτευσης  σε σχέση με το ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο
Η συγκυβέρνηση ισχυρίζεται πως η παραμονή στην ευρωζώνη, όποιο κι” αν είναι το κοινωνικό κόστος,   είναι μη διαπραγματεύσιμη καθώς μόνο το ευρωγερμανικό άρμα, αργά ή γρήγορα, μπορεί να δώσει στην χώρα βηματισμό και να την βγάλει από την κρίση. Γι” αυτό και διαπραγματεύεται με κατεβασμένα χέρια.
Η αξιωματική αντιπολίτευση[1] , θεωρεί και αυτή αναγκαία συνθήκη την παραμονή στην ευρωζώνη, όμως διεκδικεί την ριζική αναδιαπραγμάτευση του χρέους και των μνημονιακών συμφωνιών.
Όπως βλέπουμε  όμως, παρά τις όποιες διαφορές, η Ε.Ε. και στις δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζεται ως ο  χρηματοπιστωτικός παράγοντας που πρέπει να στηρίξει δανειακές ρυθμίσεις και δημοσιονομικές  πολιτικές εξόδου της χώρας  από την κρίση. Με την ευγενή θέλησή του στην πρώτη περίπτωση, αναγνωρίζοντας δηλαδή  τις προσπάθειες της πειθήνιας κυβέρνησης,  ή, στην δεύτερη περίπτωση, παρά την θέλησή του,  υποβαλλόμενος δηλαδή σε πίεση και υποχωρώντας μπρος στην διακηρυσσόμενη αποφασιστικότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στην διαπραγματευτική της (όπως πιστεύει)  δεινότητα και στην δυνατότητά της  (όπως υπονοεί)  να κινητοποιήσει  τον ελληνικό λαό ανάγοντάς τον σε μοχλό εσωτερικών -αλλά και ευρύτερων- εξελίξεων.
Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, με τον τρόπο που θέτουν το ζήτημα της κρίσης, κάνουν γνωστό αυτό που οι ίδιες θεωρούν ότι  είναι η Ε.Ε. και αυτό που θα ήθελαν να είναι.  Δεν μας κάνουν ωστόσο γνωστό αυτό που πράγματι είναι η Ε.Ε., ως προς την οικονομική και πολιτική της «φύση»,  τις οικονομικές της δυνατότητες τα πολιτικά της αντανακλαστικά και τις κεντρικές της λειτουργίες. Δεν κάνουν ακόμη γνωστό ούτε αυτό  που η ίδια η Ε.Ε. θέλει,  σχεδιάζει και μπορεί από εδώ και μπρος να πραγματοποιήσει.

1.2 ]  Προτάσεις σε σχέση με το εγχώριο πλαίσιο και τις εντός αυτού δρώσες  οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις.
 Η συγκυβέρνηση πιστεύει στις «λομπίστικες»  διαμεσολαβήσεις στο διεθνές και ευρωπαϊκό  χρηματοπιστωτικό σύστημα, πιστεύει στη έλευση ξένων επενδύσεων και γι” αυτό συγκρότησε το ΤΑΙΠΕΔ ως περίπου εργαλείο fast track..  Πιστεύει ακόμη ή κάνει πως πιστεύει στο νέο μάνα από τα βάθη της θάλασσας, τους υδρογονάνθρακες,  και φαίνεται να προχωρεί στην, κατ” αρχήν τουλάχιστον, χρηματοπιστωτική-κερδοσκοπική  (λέγεται και πυραμίδα, ή αεροπλανάκι..)  αξιοποίησή του [2].

Ως προς το εγχώριο οικονομικό-αναπτυξιακό πλαίσιο, η κυβερνητική πλευρά επαναφέρει παλιές γνωστές «αναπτυξιακές» συνταγές, υποδεικνύοντας παράλληλα τέσσερις κατευθύνσεις: Η πρώτη αφορά στις ιδιωτικοποιήσεις και την «έτσι, χωρίς πρόγραμμα» συρρίκνωση του δημόσιου τομέα. Η δεύτερη επικεντρώνει στη δημοσιονομική διαχείριση και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω της απορρύθμισης –έως και συντριβής– της αγοράς εργασίας. Η  τρίτη προσβλέπει στην εισροή ξένου κεφαλαίου ή στην επιστροφή τού –μονίμως παρεπιδημούντος σε ξένες τράπεζες και διεθνείς αγορές– ελληνικής κυριότητας  κεφαλαίου. Τέλος, η τέταρτη, η πιο γνώριμη, στρέφεται στα μεγάλα δημόσια έργα εθνικής –υποτίθεται– υποδομής.

Οι κατευθύνσεις αυτές είναι βέβαιο ότι θα αποδειχθούν ελάχιστα παραγωγικές, καθώς στηρίζονται στη προσέλκυση επενδύσεων ευκαιρίας, κυρίως σε γη και ακίνητα (νησιά, Ελληνικό κ.ά.), σε υποθετικές προσόδους του δημοσίου από την εκχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου (προσδοκία ή χίμαιρα…), και στην αναθέρμανση, ποιου άλλου, του κορεσμένου τομέα των κατασκευών.

Η λύση, ή το σχέδιο, της κυβέρνησης εμπνέεται θεωρητικά από ένα μείγμα οικονομικού νεοφιλελευθερισμού με μια ισχυρή δόση εργολαβικού κεϋνσιανισμού που υπηρετεί κυρίως τους έξωθεν κερδοσκόπους και τις ευκαιριακές ή παραοικονομικές δραστηριότητες των πιο ανθεκτικών -καθότι διαπλεκόμενων-  τμημάτων της γνώριμης για τον αεριτζιδισμό της εγχώριας επιχειρηματικής τάξης. Η αξιακή-ηθική, κοινωνική, πολιτισμική,  περιβαλλοντική διάσταση της επαγγελλόμενης ανάπτυξης, ιδιαίτερα αυτής που ρισκάρει με το ενδεχόμενο αξιοποίησης των υποτιθέμενων υδρογονανθράκων,  δεν φαίνεται καθόλου να την απασχολεί.

Τι αντιτάσσει άραγε σε αυτό το σχέδιο, σε αυτό το χρεοκοπημένο μοντέλο των παρελθουσών δεκαετιών, η αξιωματική αντιπολίτευση και γενικότερα η αντικυβερνητική-αντιμνημονιακή πλευρά;
Η αντιπολίτευση, στην επικρατούσα, μετά την απόφαση του εκλογικού σώματος, πολιτική της έκφραση, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν απεμπλέκεται από την φρούδα ελπίδα  υπέρβασης της βαθειάς κρίσης με την βοήθεια κάποιου ξένου καλού Θεού,  την έλευση κάποιου καλού αγγελιοφόρου (υδρογονάνθρακες κ.λ.π.)  ή την εφαρμογή μιας κοινωνικά αναγκαίας,  σήμερα  όμως οριακά μόνον εφικτής,  οικονομικής πολιτικής πολιτικής τύπου «αύξηση εισοδημάτων → αύξηση της ζήτησης → ανάπτυξη». Γι” αυτό και  δεν προτείνει  κανένα συγκεκριμένο σχέδιο αλλά  ένα μάλλον αφηρημένο και απροσδιόριστο πολιτικό-οικονομικό υπόδειγμα που εξαντλείται σε μια ριζοσπαστική  αυτοαναφορικότητα και σ” ένα αριστερής προδιάθεσης θολό περίγραμμα. Το υπόδειγμα αυτό μόνον ως προς κάποιες αρχικές, θεμελιώδεις υποθέσεις του μας είναι γνωστό και συνεπώς μόνο ως προς αυτές μπορεί να κριθεί.

1.3 ] Πέντε αναπάντητες υποθέσεις σχετικά με την οικονομική-κοινωνική κρίση
Υπόθεση πρώτη: Το κεφάλαιο αποτελεί, όπως έλεγε και ο «προπάτορας» των σοσιαλιστικών πολιτικών υποδειγμάτων, κοινωνική σχέση.
Ποιές είναι όμως άραγε οι μορφές και τα περιεχόμενα που θα προσλάβει, τούτη την εποχή που ζούμε [3],  αυτή η κοινωνική σχέση σε ένα μεταβατικό «αριστερό» ή έστω «σοσιαλιστικού τύπου» σχέδιο;  Η αξιωματική αντιπολίτευση που το υπονοεί, όπως όλοι γνωρίζουμε, επί  της ουσίας  δεν απαντά. Βλέπει άραγε, ή επεξεργάζεται, ένα άλλο τύπου σχέδιο.

Υπόθεση δεύτερη: Το κεφάλαιο των λεγόμενων αγορών, σε αυτό το μεταβατικό σχέδιο, θα εξακολουθήσει, αν σωστά καταλάβαμε όσα γράφονται και λέγονται, να αποτελεί σημαντικό συντελεστή παραγωγής. Κοντολογής δεν θα υπάρξει ρήξη και αποδέσμευση από τις χρηματαγορές.
Αν όμως, στις πολιτικές συνθήκες που θα δημιουργηθούν με την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, πάψει να εισρέει κεφάλαιο από τις γνωστές εξωτερικές πηγές (όπου το αναζητά και η παρούσα κυβέρνηση), ποιες θα είναι οι νέες πηγές ανάβλυσής του; Κάποιες άλλες –και ποιες;- εξωτερικές πηγές; Θα υπάρξει άραγε ένας νέος κύκλος πρωταρχικής κεφαλαιακής συσσώρευσης; Σε ποιους τομείς της πραγματικής-παραγωγικής οικονομίας θα ανοίξει ο κύκλος αυτός; Στον αγροτικό τομέα, στον μεταποιητικό-βιομηχανικό ή σε εκείνον των υπηρεσιών με επικέντρωση στον παλιό καλό τομέα: ήλιος-θάλασσα-φολκλόρ, ολίγες αρχαιότητες, συν μερικά παραλιακά μπίζνες σέντερ;

Υπόθεση τρίτη: Η οικονομική εποχή που ζούμε δεν είναι αυτή που κάποιοι έσπευσαν να ονοματίσουν μεταβιομηχανική. Παραμένει, στο πεδίο  βάσης της,  βιομηχανική και βιομηχανική-αγροτική, όπου συνδυάζονται πολλές παλιές και νέες παραγωγικές μορφές. Στην αφρικανική, κυρίως,  ήπειρο εξελίσσεται τελευταία σε νέου τύπου αγροτική-βιομηχανική, όπου η ίδια η αγροτική παραγωγική διαδικασία υποβάλλεται σε μια ιδιότυπη μεταλλαγή [4]. Είναι βέβαια, η παρούσα εποχή, στο πεδίο κυκλοφορίας και διανομής-αναδιανομής,  χρηματοοικονομική-κερδοσκοπική, επισφαλούς παρόντος και αβέβαιου μέλλοντος, είναι ακόμη  οικονομία υπηρεσιών  με διογκούμενο τον τομέα της λεγόμενης και «άϋλης» οικονομίας. Είναι τέλος εποχή ανάδυσης ενός παράπλευρου, υποστηρικτικού τομέα κοινωνικής οικονομίας για τον οποίο γίνεται κουβέντα –και δυστυχώς μόνον κουβέντα – τον τελευταίο καιρό. Βλέπει κανείς, σε σχ’εση με όλα αυτά,  κάποιες συγκεκριμένες επεξεργασίες, κάποια master plan, σχεδιασμού και υλοποίησης να προβάλλονται και να τίθενται σε συζήτηση από την αξιωματική αντιπολίτευση;

Υπόθεση τέταρτη: Η υπαγωγή-υποταγή  της λογικής ενός αναγκαίου  συστήματος παραγωγής ανταλλακτικών αξιών στις προτεραιότητες ενός ικανού συστήματος παραγωγής αξιών χρήσης αποτελεί συνθήκη sine qua non για  ένα αριστερό –όπως αυτοπροσδιορίζεται-  κοινωνικό υπόδειγμα.
Μπορεί συνεπώς, η  διατήρηση ενός μοντέλου κατανάλωσης ανταλλακτικών αξιών που δεν αποτελούν ταυτόχρονα πραγματικές αξίες χρήσης, να αποτελέσει το σωστό αντίδοτο στην παρούσα δομική ύφεση;

Υπόθεση πέμπτη: Η παλιά σχέση, έρωτα και μίσους, κράτους-αγοράς, που κάποτε  αναλύθηκε σωστά (θεωρητικά..) αλλά στη συνέχεια πολύ συντηρητικά και κρατικιστικά ιδεολογικοποιήθηκε, μετέφερε την «καυτή πατάτα» του πελατειακού κράτους στο σπίτι της πολυμορφικής Αριστεράς. Πράγματι, μέσα από τις πολύπλοκες μεταλλάξεις του μεταπολεμικού καπιταλισμού, το αριστερό θεωρητικό υπόδειγμα βρέθηκε στην περίεργη θέση να υποστηρίζει άκριτα τις  αναποτελεσματικές, αντιπαραγωγικές, αντικοινωνικές και προπαντός  ιδιοτελείς λειτουργίες του απαξιωμένου αστικού κράτους [5]. Κι” ας έγραφε κάποτε, πάλι ο προπάτορας: «οι δημόσιοι υπάλληλοι –διοικητικοί, δικαστικοί, εκπαιδευτικοί- πρέπει να είναι αιρετοί και ανακλητοί από τους πολίτες»,

Να υποθέσει άραγε κανείς ότι το πρόγραμμα της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι η προϊούσα εξατομίκευση της κοινωνίας, που αντιπαραθέτει όχι μόνο ταξικά αλλά και διαταξικά κράτος και πολίτες,  δεν εξηγείται -εν μέρει έστω-  από την αντιπαράθεση γραφειοκρατίας και πολιτών, από τα φαινόμενα ιδιωτικής οικειοποίησης του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών από τους νομείς της  κρατικίστικης διαχείρισης;  Ότι μάλλον δεν υπάρχει άλλη δημόσια λειτουργική μορφή που να αυξάνει την παραγωγικότητα και να βελτιώνει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών από το κράτος προς τους πολίτες;   Ότι οι πολύπλοκες και πολλές φορές διαιρετικές διακλαδικές αντιθέσεις των εργαζομένων, που ενθαρρύνονται από τον κορπορατίστικο συνδικαλισμό,  δεν φανερώνουν μόνο  αδυναμία συνθετικής  παρέμβασης αλλά και έλλειψη συνολικής-ολοκληρωμένης  κοινωνικής πρότασης;
* * *
2]  Σημερινές όψεις και μεσο-μακρο-πρόθεσμες τάσεις της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής πραγματικότητας
Εικόνες μέλλοντος..

Η κατανομή του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος,  σύμφωνα με εκτιμήσεις της τελευταίας έκθεσης του ΟΟΣΑ (Looking to 2060), μεταξύ 2011-2030  θα μεταβάλλεται  με γοργούς ρυθμούς και η σημερινή διάταξη των οικονομικών δυνάμεων θα  ανατραπεί  ριζικά. Οι ΗΠΑ, οι οποίες το 2011 διέθεταν μερίδιο 23% θα υποχωρήσουν το 2030 στο 18% και η Ε.Ε.  από το 17% θα περιοριστεί στο μόλις 12%. Αντίθετα, οι οικονομίες της Κίνας και της  Ινδίας θα αυξήσουν τα μερίδια τους από 17% σε 28% και από 7% σε 11% αντίστοιχα (σε PPPs) [6]. Οι τάσεις αυτές επιβεβαιώνονται και από τις εκτιμήσεις  όλων σχεδόν των διεθνών οργανισμών και κέντρων μελέτης (PwC, CEPII, κ.α.)  τα οποία, με κάποιες μεταξύ τους μικρές αποκλίσεις, προβλέπουν αύξηση του μεριδίου της ομάδας των αναδυόμενων χωρών ΒRΙC  από  14% το 2010 στο  40% το 2050, υποχώρηση των ΗΠΑ από το 26%  στο 16% και της Ε.Ε. από το 29% στο 15% την ίδια περίοδο (τιμές MERs).

Αυτή λοιπόν είναι η τάση,  αν όλα πάνε σύμφωνα με τα «nobody cares» ή τα «business as usual» σενάρια, αν δεν τα προλάβουν, σαν άλλοτε,   ο πόλεμος κι” οι μεγάλες κοινωνικές ή κλιματικές ανατροπές..

Καλοδεχούμενη  σε  κάποιες χώρες και  λαούς αυτή η εξέλιξη, κακοδεχούμενη, μάλλον ψυχρή κι” ανάποδη, σε άλλες χώρες κι” άλλους λαούς…  Αυτή είναι όμως, όπως φαίνεται, η πολύ πιθανή εξέλιξη και βέβαια η γνωστή ρήση  «και οι τελευταίοι έσονται (κάποτε) πρώτοι» δεν μπορεί να μας βρίσκει  εκ” προοιμίου, κάποιους από εμάς τουλάχιστον,  αντίθετους .  Αυτός  είναι  ο αναδυόμενος  διεθνής καταμερισμός εργασίας.  Ένας νέος καταμερισμός  των παραγωγικών δυνατοτήτων  ο οποίος  μεταβάλλει ριζικά τις υπάρχουσες δομές, διατάξεις, σχέσεις και ρόλους των οικονομικών και πολιτικών υποκειμένων..

Πραγματικότητες του παρελθόντος..
Η μεγάλη κρίση που συγκλόνισε    την χώρα, που   σήμερα  αγκαλιάζει τον ευρωπαϊκό νότο και  αύριο θα συμπαρασύρει   τον -με κάθε τρόπο και μέσο αμυνόμενο- ευρωπαϊκό βορρά, γεννήθηκε στον παραγωγικό πυρήνα  της ίδιας της Ευρώπης πριν 30 περίπου  χρόνια..

Είχαν δίκιο τότε, όπως φαίνεται, πολλοί από τους ευρωσκεπτικιστές.  Κι΄ας μην αποτελούσαν ενιαίο πολιτικό ρεύμα ή ενιαία σχολή οικονομικής σκέψης. Ακόμη κι” αν τότε  ηττήθηκαν, σήμερα επιβεβαιώνεται πως σκέφτηκαν βαθύτερα και ουσιαστικότερα από αυτούς που τελικά πολιτικά  επικράτησαν.  Ήταν τότε που το ευρωπαϊκό σχέδιο μίκρυνε. Τότε που επικράτησε  ο κερδοσκοπικός καπιταλισμός, o καζινοκαπιταλισμός όπως αναφερόταν  ακόμη και σε μελέτες της επιστημονικής έκδοσης της  DSTI (Δ/ση Επιστήμης, Τεχνολογίας, Βιομηχανίας) του νεοφιλελεύθερου ωστόσο ΟΟΣΑ. Τότε που η σφαίρα  της ευρωπαϊκής  (και αμερικανικής) παραγωγής υπέκυπτε απόλυτα στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική-κερδοσκοπική  σφαίρα.  Τότε που πολλοί πίστευαν  πως αρκούσε το  εργαλείο του κοινού  νομίσματος για να προχωρήσει η  ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τότε που η εφαρμογή ενός επιτελικά διευθυνόμενου,  ευρωπαϊκού, ολοκληρωμένου, επιστημονικού-τεχνολογικού-βιομηχανικού  σχεδίου υποβαθμίστηκε. Τότε που  η  ευρωπαϊκή παραγωγική, κυρίως η βιομηχανική,  δραστηριότητα  μετανάστευσε στις χώρες που υποδέχονταν  ασμένως το προπολεμικό φορδικό της παράδειγμα (έντασης εργασίας) στην σκληρότερη εκδοχή του, χώρες που γοργά οικοδόμησαν όμως και το δικό τους φορδικό και μεταφορδικό παράδειγμα (προηγμένων τεχνολογιών), αφήνοντας την ευρωπαϊκή οικονομία να φουσκώνει  αμέριμνη στον τζόγο των χρηματαγορών και στην ευπρεπέστερη «οικονομία των υπηρεσιών» [7]… Τότε που η επικαθοριστική λογική ενός  κοινωνικού και του πολιτικού συμβολαίου  αγνοήθηκε. Τότε που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ακόμη και αυτές που ενσωμάτωναν  υψηλή τεχνολογική πυκνότητα στις μεθόδους και τα προϊόντα τους στρέφονταν η μία εναντίον της άλλης υπακούοντας στις λογικές  του  διεθνούς  ολιγοπωλιακού  ανταγωνισμού  και όχι στις λογικές ενός ενιαίου ευρωπαϊκού παραγωγικού βιομηχανικού χώρου. Τότε που ο επίτροπος Βιομηχανίας και Έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  Ετιέν Νταβινιόν αναζητούσε την «ανεύρετη ευρωπαϊκή επιχείρηση» λέγοντας «οι ευρωπαίοι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν την τεχνολογική καινοτομία περισσότερο για να ανταγωνίζονται μεταξύ τους παρά για να συνεργαστούν  για κοινό σκοπό». Τότε, τέλος, που όλες οι βάσεις δεδομένων για τις  high-tech  joint ventures αποδείκνυαν ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης  ενσωμάτωνε τις   ευρωπαϊκές επιχειρήσεις των high-tech  παραγωγικών  τομέων  με υψηλότερους ρυθμούς   απ” oτι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Ε.Ε., τα όριά της και μια πρώτη αναφορά στην «ανεύρετη» εγχώρια συζήτηση..
Από  αυτήν την Ε.Ε. είναι πρόδηλο ότι η Ελλάδα  καθαρές διαγραφές εξωτερικού χρέους και ουσιαστικές δανειακές διευκολύνσεις «ουκ αν λάβει …».  Είναι ακόμη πρόδηλο ότι αυτή η Ελλάδα, ακόμη κι” αν τα προαναφερόμενα  τα ελάμβανε, όλα στην γνωστή μαύρη τρύπα θα κατέληγαν..

Η Ε.Ε. που μόλις σκιαγραφήσαμε, υποκείμενη στη δοκιμασία  της σύγχρονης σκληρής παγκοσμιοποίησης, βυθίζεται σε δομική κρίση ανταγωνιστικότητας. Την κρίση αυτή επιχειρεί να αντιμετωπίσει  με συγκεκριμένες  λογικές και εργαλεία αύξησης της παραγωγικότητας, επικεντρώνοντας  στην συντριβή της υπάρχουσας ευρωπαϊκής (και, σε ότι μας αφορά, της ελληνικής)  αγοράς εργασίας και την αντικατάστασή της με μία άλλη, απολύτως εύπλαστη, ανίσχυρη και φτηνή. Εάν όμως είναι βέβαιο ότι η πολιτική αυτή δεν πρόκειται να απομακρύνει  το ευρωπαϊκό καράβι από τις ξέρες, δεν φαίνεται και να προτείνεται όμως κάποια άλλη αξιόπιστη οικονομική πολιτική που μπορεί να το κατορθώσει. Οι προκείμενες προτάσεις της σημερινής  ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που παραδέρνει χωρίς σχέδιο και χωρίς πολιτική-κοινωνική ταυτότητα, όπως και οι προτάσεις της γνώριμης (από τα καθ” ημάς) ευρωπαϊκής αριστεράς, εξαντλούνται σε διαχειριστικού τύπου νομισματο-πιστωτικές αναπροσαρμογές, με σκοπό την αύξηση της ρευστότητας, την πλασματική αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, κλπ.,  που όμως κι” αυτές με τη σειρά τους εξανεμίζονται όταν βρεθούν (όπως στην Γαλλία) απρόσμενα στην εξουσία.

Η σημερινή  «αποκαλυπτική» γνωριμία -με καθυστέρηση 30 χρόνων- του ελληνικού πολιτικού συστήματος με την Ε.Ε. ανέδειξε την ιδεολογική και πολιτική του φτώχεια που εν πολλοίς  εξηγεί την κενότητα τόσο του κυβερνητικού όσο και του  αντικυβερνητικού διαπραγματευτικού  λόγου. Εξηγεί τον εγκλεισμό του σε επιχειρηματολογίες τηλεοπτικών παραθύρων, εξηγεί ακόμη την  ένδεια καλοδουλεμένων, οικονομικο-κοινωνικά-περιβαλλοντικά  αξιολογημένων σχεδίων που να αφορούν στην άμεση στήριξη της φτωχολογιάς και στην μεσο-μακροπρόθεσμη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας καθώς και σχεδίων επαναπροσδιορισμού του γεωοικονομικού της  πεδίου και των γεωπολιτικών της προσανατολισμών.

3]  Από το μυστήριο της παραγωγής στην «ειδοποιό πρόταση»…
Τίθεται συνεπώς το ερώτημα: Εάν ξεκινήσει σήμερα  στη χώρα μας ένας νέος παραγωγικός κύκλος, χωρίς άρθρωση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, χωρίς τη δημιουργία και υποστήριξη κλάδων τεχνολογικής πυκνότητας, καινοτόμων εφαρμογών  και έντασης εξειδικευμένης εργασίας, χωρίς, παράλληλα, την σχετική απεξάρτηση αυτού του κύκλου από  την ανάγκη ισχυρών εξωτερικών  επενδυτικών  εισροών, θα μπορέσει άραγε να μπει στα σκαριά η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας; Θα μπορέσει άραγε η χώρα  να αποκτήσει τον οικονομικό-κοινωνικό της κορμό και τον κινητήρα της εάν δεν δημιουργηθεί μια πρότυπη, αυθεντική, ολοκληρωμένη παραγωγική βάση ;

Όπως επιχειρήθηκε  παραπάνω να καταδειχθεί, και ενδεχομένως καταδείχθηκε, συγκυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση έχουν άλλα πράγματα κατά νού κι” άλλες είναι οι προτεραιότητές τους.  Ιδιαίτερα η αντιπολίτευση, δέσμια των ιδεολογημάτων της και υπό το βάρος της κληρονομιάς ενός παρακμασμένου και άνευρου πελατειακού συστήματος, δεν μπορεί να κυοφορήσει κάτι καινούργιο, δημιουργικό και δυναμικό.

Για όσους συμπολίτες μας οι απόψεις και οι πρακτικές των αριστερών, σοσιαλιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και οικολογικών-πράσινων κινημάτων στην Ευρώπη και αλλού είναι κάπως γνωστές, για όσους διαβάζουν ή παρακολουθούν κάποιες δραστηριότητές τους, οι έννοιες της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, της οικο-οικονομίας κ.α. αποτελούν σημείο της αναγνωρισιμότητάς τους. Όμως, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα αυτό, όταν τις παραπάνω έννοιες φέρουν τελευταία στην ελληνική κοινωνία και άλλοι πολλοί, όταν τις έννοιες αυτές βαθμιαία τις ενσωματώνουν, με περισσότερο ή λιγότερο αγοραίο τρόπο, και τα άλλα – τα μεγαλύτερα- κόμματα. Δεν είναι οικονομισμός να καταθέτεις αυτήν την οικονομική πρόταση, ως μία διακριτή πρόταση, σε μέρες βαθειάς-συντριπτικής οικονομικής, παραγωγικής,  εργασιακής κρίσης. Οικονομισμός αντίθετα  είναι το αναμάσημα του προαναφερόμενου αδιέξοδου (και ανέξοδου) αντιπολιτευτικού («αξιωματικού» ή μη)  λόγου.

Όμως, η κοινωνική οικονομία δεν είναι μία κεντρική πρόταση αλλά μια παράπλευρη πρόταση, που έχει ακόμη τον μακρύ της δρόμο, όπως έχει και τα  όριά της.

Κι” ενόσω βέβαια γράφονται αυτές οι γραμμές, οι 1,5 εκατομμύριο άνεργοι –περισσότεροι ίσως αύριο- περιμένουν εναγώνια μια περισσότερο «κεντρική», πρότυπη, αυθεντική και  ολοκληρωμένη όπως προαναφέραμε,  πρόταση.

Βέβαια, η επιστήμη της βιομηχανικής οικονομίας, που απολήγει σε προτάσεις βιομηχανικής-μεταποιητικής πολιτικής, είναι ο δυσκολότερος οικονομικός κλάδος. Ένα επεξεργασμένο σχέδιο σύγχρονης βιομηχανικής επαναθεμελίωσης της παραγωγικά εκθεμελιωμένης χώρας απαιτεί ιδέες, μεθοδολογία, ευέλικτες διαδικασίες και εργαλεία εφαρμογής.

Σε μια εποχή όπου στη χώρα μας ο συντελεστής κεφάλαιο έχει καταστεί ο σπανιότερος οικονομικός-παραγωγικός συντελεστής, όπου παράλληλα ο συντελεστής εργασία, και μάλιστα εργασία που περιέχει γνώση, βρίσκεται σε αφθονία, στην εντός και μετά CAD-CAM εποχή, το παραγωγικό σχέδιο θα πρέπει να καθοριστεί από τα μεγέθη και τις τάσεις των παραπάνω συντελεστών. Εάν όμως το  παραγωγικό αυτό σχέδιο αφεθεί στη μοίρα του, αν δεν διερευνηθεί και σχεδιαστεί ικανοποιητικά η βέλτιστη μορφή της αλυσίδας προστιθέμενης αξίας του (value chains), στην απλή (προϊόν), στην σύνθετη (κλάδος) και στην ολοκληρωμένη της δομή, αν ο κάθε κρίκος  της αλυσίδας αυτής δεν εμπλουτιστεί με τις κατάλληλες λειτουργικές-θεσμικές αλλά και διανοητικές-γνωσιακές (θεωρητικές και εμπειρικές) λειτουργίες που του χρειάζονται, αν δεν απαλλαγεί συγχρόνως η αλυσίδα αυτή από τις αρχαίες – για να θυμηθούμε την Μάρω Δούκα..- της  σκουριές, αν δεν γίνει, τέλος, η σωστή και κατάλληλη εμφύτευση τεχνολογίας και τεχνικής, στον πυρήνα των μεθόδων και των προϊόντων της, το παραγωγικό αυτό σχέδιο θα μείνει κενό ως πουκάμισσο αδειανό; Αντίθετα, αν όλα αυτά συμβούν, η αξιακή παραγωγική αλυσίδα θα στερεωθεί, θα εξελιχθεί και παράλληλα θα εξασφαλίσει στους εργαζόμενους στη χώρα μας μια  ποιοτικά ενδιαφέρουσα και ανάλογα αμειβόμενη δουλειά.

Στο κρίσιμο σημείο, του κρίσιμου κρίκου, όπου η τεχνολογία αλληλεπιδρά με την επιστήμη αλλά και –κυρίως- με την τεχνική, όπου η μαστορική εισάγεται ως η  κοινή (αλλά και την εκ της επαγγελματικής παραδόσεως αναπαραγόμενη) ευφυΐα μαζί με  τις δεξιότητες του τεχνίτη,   υποκειμενοποιείται, εξανθρωπίζεται και ταυτοποιείται το τελικό αποτέλεσμα της δημιουργικής-παραγωγικής πράξης. Τότε είναι που εμφανίζεται, εισβάλλει θα μπορούσαμε να πούμε, το ερώτημα: Ποια πρέπει να είναι η ειδοποιός διαφορά ενός ελληνικού παραγωγικού προτύπου έναντι άλλων παραγωγικών προτύπων με τα οποία βρίσκεται αντικειμενικά άλλοτε σε συνέργεια και άλλοτε σε ανταγωνισμό; Κατά την γνώμη του γράφοντος [8] η πιο σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να εντοπιστεί στην διαφορά μεταξύ μαζικής, τυποποιημένης παραγωγής (όπου ούτε το διαδεδομένο ασιατικό γενικό παραγωγικό πρότυπο ούτε το γερμανικό βιομηχανικό-τεχνολογικό  πρότυπο είναι, για διαφορετικούς λόγους, ανταγωνίσιμα)   και παραγωγής-κατασκευής-προσαρμογής «κατά παραγγελία» προϊόντος [9]. Όσοι γνωρίζουν μερικά πράγματα για τις τεχνολογικές και τεχνικές ταυτότητες  χωρών που συμπεριλαμβάνονται σε κοινό με εμάς χώρο, μπορούν εύκολα να αντιληφθούν το νόημα αυτής της πρότασης, είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν με αυτήν.

Όμως, όπως κάθε  πετυχημένο παραγωγικό πρότυπο έτσι και αυτό απαιτεί  δίκαια και βιώσιμα κοινωνικά συμβόλαια. Τα ίδια προβλήματα περίπου καλείται να αντιμετωπίσει κι ένα σχέδιο –οριζόντιας και κάθετης- ολοκληρωμένης αγροτικής αναδιάρθρωσης.
* * * 
Η  επίτευξη των παραπάνω στόχων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρήξεις και επανακαθορισμούς ως προς τις ευρωπαϊκές πολιτικές που εφαρμόστηκαν, όπως εφαρμόστηκαν, στα πιο πάνω παραγωγικά πεδία. Χωρίς περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και προϊόντων. Χωρίς δημιουργία τεχνολογικών «εισιτηρίων εισόδου» και χωρίς προστασία, μέχρις ενηλικιώσεως,  των αναδυόμενων ευαίσθητων  παραγωγικών φωλεών. Χωρίς, προπαντός, σαφή μετατόπιση του κέντρου βάρους των εξωτερικών διεκδικήσεων-διαπραγματεύσεων  της χώρας (με την Ε.Ε. κυρίως) από τη χρηματοπιστωτική-δανειακή  σφαίρα στη σφαίρα υλοποίησης κατάλληλων  εθνικών οικονομικών πολιτικών. Χωρίς, τέλος,  την συνειδητοποίηση ότι η  ανάδυση της πραγματικής οικονομίας  προϋποθέτει  ισχυρή  κοινωνική οργάνωση και αυτή με την σειρά της  ένα ευρύ πολιτικό μέτωπο. Μεγάλο όμως το έλλειμμα και εδώ.

Ιούνιος 2013Οι παραπάνω γραμμές αποτελούν σκέψεις μια πρώτης κριτικής προσέγγισης του αφηρημένου και απροσδιόριστου αντιπολιτευτικού «προγραμματικού περιγράμματος» και διατύπωσης ενός διαφορετικού και συνάμα συγκεκριμένου ριζοσπαστικού παραγωγικού περιγράμματος.

23.9.2013

Παραπομπές και σημειώσεις

  1. Όπως τον τελευταίο καιρό αυτοπροσδιορίζεται
  2. Σε ότι αφορά στον γράφοντα έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει την τεχνολογική εφικτότητα και την οικονομική σκοπιμότητα αξιοποίησης αυτών των κοιτασμάτων, πέρα από την περιβαλλοντική τους καταστροφικότητα.
  3. Κι” όχι «που ζούσαμε».. για την οποία έγραφε ο Ασημάκης Πανσέλληνος
  4. Βλ. ένα καλό αφιέρωμα της έκδοσης «εκτός σειράς» της «Le Monde» για τους «νέου τύπου αγρότες», Οκτ-Δεκ. 2012
  5. Κ. Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», 1871
  6. Purchasing Power Parities του 2005
  7. Καταιγισμός μελετών και εσωτερικών εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα μέσα της δεκαετίας του 80. Ήταν η εποχή της πολιτικό-οικονομικής αμφισημίας περί την «άϋλη οικονομία»
  8. Από τότε (μέσα-τέλη του 80′, όταν εκπονούσα στην Αμιένη την διατριβή μου με θέμα «Η Ευρώπη της Τεχνολογίας και της Βιομηχανίας: κριτική προσέγγιση του ρητού και του άρρητου λόγου», κι” αργότερα όταν ασχολήθηκα με τα θέματα μεταφοράς τεχνογνωσίας από τις –λεγόμενες- αναπτυγμένες στις –λεγόμενες- αναπτυσσόμενες χώρες) βρέθηκα πολλές φορές αντιμέτωπος με το πρόβλημα της κατάλληλης σύμμειξης τεχνολογίας-τεχνικής
  9. Υπεραπλουστεύοντας, κάτι σαν την γνωστή διάκριση μεταξύ του «prêt a porter» και του «sur mesure».. που απαιτεί ειδικές εφαρμογές, προσαρμογές, αναπτύξεις .. κλπ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²