ΦΙΞ: χάθηκε η «συνομιλία» με τον Ζενέτο, του Τάση Παπαϊωάννου

Πολύ εύστοχο το κείμενο του Τάση Παπαιωάνου. 
Μόνο μια μικρή αλλά ουσιαστική κατά τη γνώμη μας παρατήρηση. Ακόμη και εκείνη η όψη προς την πλευρά της Συγγρού, η οποία καμώνεται ότι σέβεται δήθεν την υπόσταση και οικοδομική του αρχικού κτίσματος, πολύ απέχει από το να  το κάνει στα αλήθεια. Και αυτό γιατί η ίδια η οικοδομική της υπόσταση, δηλαδή ο τρόπος υλοποίησης, «ο τρόπος μεταποίησης της ύλης» που πρεσβεύει, το ανύπαρκτο «κατασκευαστικό της ήθος», δεν έχει την παραμικρή, ναι την παραμικρή υποψία επαφής με το αντίστοιχο του πρωτότυπου. Εδώ δεν υπήρξε ίχνος αγωνίας, άρα επιμέλειας και προσπάθειας,  να σχεδιαστεί για παράδειγμα και κατασκευαστεί ένα νέο κούφωμα,  που ενώ θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, θα έχει κάτι έστω από την επιμέλεια, αυστηρότητα και τελικά ποιότητα του αντίστοιχου αυθεντικού. Με απίστευτη ευκολία, μηδενικό βάσανο και απέραντη πνευματική φτώχεια, το παλαιό κούφωμα, ενδεικτικό ενός κατ εξοχήν ενδογενούς βιομηχανικού τρόπου της εποχής, εκείνης της μικρής σε διάρκεια αλλά τεράστιας σε υπόσταση ενδογενούς άνοιξης της δεκαετίας του 60, υποκαταστάθηκε αβασάνιστα από ένα σύγχρονο βιομηχανικό σκουπίδι. Όταν ο ζήλος μας για την πρόσφατη ουσιαστική μας παράδοση είναι τόσο ανάπηρος και ανύπαρκτος, ιδεολογήματα και  καρικατούρες όπως εκείνες περί δήθεν αναφοράς στον Ιλισό που περνούσε από εκεί, έρχονται να καλύψουν το κενό της απύθμενης ανεπάρκειας και ρηχότητας μας. Αν μια τέτοια ρηχότητα και ένας τέτοιος στραβισμός μας χαρακτηρίζει, μην μεμψιμοιρούμε για τίποτε μια και δεν διαθέτουμε το ηθικό δικαίωμα για κανένα μέλλον . 
Ανδρέας Κυράνης
Νοέμβριος 2014

Οταν ταξιδεύεις σε χώρες της Ευρώπης, αλλά και στην Αμερική, διαπιστώνεις τον ιδιαίτερο σεβασμό και τη σημασία που δίνουν οι άνθρωποι, αλλά και οι αρχές των χωρών αυτών στη σύγχρονη αρχιτεκτονική κληρονομιά τους. Εργα σημαντικών αρχιτεκτόνων του μοντέρνου κινήματος έχουν κριθεί σχεδόν στο σύνολό τους διατηρητέα, ενώ πολλά από αυτά λειτουργούν σήμερα ως μουσεία που τα επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο.
Κι αν όλα αυτά συμβαίνουν στο εξωτερικό, τι γίνεται στη χώρα μας; Ακριβώς το αντίθετο! Καμία μέριμνα για την προστασία και τη διατήρηση εμβληματικών κτιρίων-σταθμών της πρόσφατης ιστορίας μας. Σημαντικά κτίρια βεβηλώνονται, καταστρέφονται, κατεδαφίζονται ανερυθρίαστα. Τι κι αν αποτελούν -στην κυριολεξία- διαμάντια του κτιριακού πολιτισμού της χώρας μας, αφήνονται στη μοίρα τους, δεν ενδιαφέρουν κανένα, δεν απασχολούν κυβερνήσεις, υπουργούς, φορείς... Τίποτα!
Τρανταχτό παράδειγμα τα κτίρια του οραματιστή και πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου. Σήμερα δεν έχει μείνει αλώβητο σχεδόν κανένα κτίριο αυτού του ταλαντούχου δημιουργού. Αλλα κατεδαφίστηκαν και άλλα κακοποιήθηκαν βάναυσα. Ισως όμως το πιο γνωστό και παρεξηγημένο κτίριο του κορυφαίου και τραγικού αρχιτέκτονα είναι το κτίριο Φιξ στη λεωφόρο Συγγρού. Πριν από χρόνια φοιτητές και καθηγητές της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ είχαν κινητοποιηθεί, μαζί με πλήθος αρχιτεκτόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, για τη σωτηρία του κτιρίου που αποτελούσε χαρακτηριστικό δείγμα της μοντέρνας εργοστασιακής αρχιτεκτονικής. Παρ' όλες τις κινητοποιήσεις, τις διεθνείς διαμαρτυρίες, τις «δεσμεύσεις» υπουργών της κυβέρνησης ότι θα επανέλθει στην αρχική του κατάσταση, το κτίριο τεμαχίστηκε και παρέμενε για χρόνια ένα εγκαταλειμμένο κουφάρι της άλλοτε κραταιάς ζυθοποιίας. Οι παλιότεροι θα θυμούνται τη χαρακτηριστική μυρωδιά όταν περπάταγες στο πεζοδρόμιο, αλλά και τους όμορφους χάλκινους βραστήρες που έβλεπες μέσα από τις μεγάλες τζαμαρίες του ισογείου, μια βιτρίνα των χώρων παραγωγής προς τον δημόσιο χώρο της πόλης.
Ο Ζενέτος σε αυτό -όπως και στα άλλα κτίριά του- οραματίστηκε ρηξικέλευθους τρόπους κατασκευής για την εποχή του, όπως τα κρεμαστά προκατασκευασμένα στοιχεία που θα έντυναν τις δύο χαρακτηριστικές όψεις του εργοστασίου με τους μεγάλους γραμμικούς φεγγίτες, κάτι όμως που για τις τεχνολογικές δυνατότητες εκείνης της εποχής φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και με συμβατικές μεθόδους κατάφερε με το γκρι πελεκημένο αρτιφισιέλ και τις μικρές σκοτίες (οριζόντιες και κατακόρυφες) να δώσει την έκφραση που επιθυμούσε για το κτίριο. Διαφορετικής λογικής και πιο απλές ήταν οι δύο άλλες όψεις. «Πάντα με απασχολούσε το πρόβλημα πώς να σπάσω τον κύβο-κουτί, με τρόπους που να είναι λειτουργικοί και να μην έχουν στόχο-βάση τη μορφολογία» έγραφε ο Ζενέτος και πρότεινε «αντί η όψη να είναι ένα επίπεδο απολίθωμα έγινε τρισδιάστατη και μεταβλητή»(1). Ενα κτίριο-μάθημα αρχιτεκτονικής τόσο όσον αφορά το εξωτερικό κέλυφός του όσο και τους εσωτερικούς χώρους του, με εξαιρετικές οικοδομικές λεπτομέρειες να κοσμούν κάθε σημείο του.
Για χρόνια αντικρίζαμε το ακρωτηριασμένο κτίριο και την ανοιχτή τομή του -προς την Αθήνα- με το κλιμακοστάσιο, τα δοκάρια, τις πλάκες, να στέκουν ανολοκλήρωτες περιμένοντας ίσως κάποια στιγμή να συμπληρωθούν ξανά από το άλλο μισό-κατεδαφισμένο κτίριο, κάτι φυσικά που δεν έγινε ποτέ. Σήμερα, μετά από πολυετείς καθυστερήσεις, ολοκληρώνεται επιτέλους η μετασκευή του, που πρόκειται να στεγάσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης - απολύτως απαραίτητο για την Αθήνα. Να στεγάσει, δηλαδή, και μέρος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής ιστορίας της χώρας μας, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας είναι και αυτό το ίδιο!
Τα τελευταία χρόνια ήταν ντυμένο με λινάτσες και πρόσφατα αποκαλύφθηκαν οι όψεις του. Ομως με έκπληξη όλοι είδαμε ότι, ενώ οι δύο όψεις διατηρήθηκαν με σεβασμό προς τη φυσιογνωμία του κτιρίου, δεν έγινε το ίδιο και για τις άλλες δύο, ιδίως εκείνη προς την Καλλιρρόης, η οποία επενδύθηκε με κομμάτια κρεμαστού πωρόλιθου με πολύ αδρές επιφάνειες(2), στατικές και βαριές, πολύ μακριά από αυτό που πρέσβευε η αρχιτεκτονική του Ζενέτου και διέτρεχε όλο το έργο του, δηλαδή μορφές ανάλαφρες, ευέλικτες, διαρκώς μεταβαλλόμενες, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες (της παραγωγής, της κατοίκησης, της εκπαίδευσης). Η άλλη πλευρά μιμείται άτεχνα την όψη προς τη Συγγρού και παρουσιάζει το κτίριο να ολοκληρώνεται εκεί, σαν να μην αποτελεί το μισό ενός γραμμικού και δυναμικού κτιρίου. Κι όμως, τι ωραίο θα ήταν αν έμενε (μετά από απλή επισκευή) η τομή του κτιρίου ανέπαφη να θυμίζει ότι το κτίριο αυτό δεν «τέλειωνε» εκεί, ότι συνεχιζόταν. Μια ίσως τιμητική αναφορά στον μεγάλο δημιουργό του. Κρίμα!
Ξανάρχονται στον νου μου κάποιες σκέψεις που είχα διατυπώσει παλιότερα σχετικά με την επανάχρηση υπαρχόντων βιομηχανικών κελυφών: «Είναι μία νέα δημιουργία που πρόκειται να ενταχθεί μέσα σε μια παλιότερη, που υπήρξε στο παρελθόν και δικαιώθηκε από τον χρόνο. Εδώ υπάρχει κάτι ξεχωριστό. Μια κρυφή "συνομιλία", μια ιδιότυπη, φανταστική "συνεργασία" με τον αρχιτέκτονα του χτες, που βέβαια απουσιάζει ως βιολογική οντότητα, αλλά είναι παρών και μάλιστα έντονα μέσω του έργου του. Δεν μπορεί, δηλαδή, να δουλέψεις, για παράδειγμα, μέσα στου ΦΙΞ και να μη "ρωτήσεις", να μη "συμβουλευτείς" τον Ζενέτο! Θα είναι πάντα εκεί, δίπλα σου, να κοιτάει την κάθε σου γραμμή και θα σε συνοδεύει πάντοτε η αγωνία αν θα συμφωνήσει τελικά με το σχέδιό σου. Αυτή η υποθετική κριτική του, δηλαδή μ' άλλα λόγια η δική σου αυτοκριτική, είναι επιβεβλημένη και αναπότρεπτη» (3).
Αλήθεια λοιπόν πώς αντιμετωπίζουμε σήμερα στον τόπο μας τη μοντέρνα αρχιτεκτονική κληρονομιά; Τι σημαίνει διατηρώ ένα κτίριο ως μνήμη μιας αρχιτεκτονικής του παρελθόντος; Πώς, γιατί και με ποιον τρόπο επεμβαίνουμε ως σύγχρονοι αρχιτέκτονες πάνω σε ένα κτίριο ενός σπουδαίου Ελληνα αρχιτέκτονα; Είναι όλα αποδεκτά, υπάρχουν ορισμένα «πρέπει» που οφείλουμε άραγε να σεβαστούμε; Ερωτήματα ανοιχτά που περιμένουν την απάντησή τους όχι τώρα ίσως, αλλά μετά από καιρό. Απαντήσεις που θα πιστοποιούν και τη στάθμη του πολιτιστικού μας παρόντος.
του Τάση ΠαπαϊωάννουΑρχιτέκτονας-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των συντακτών στις 12/02/14

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²