«Είναι νωρίς να χαρούμε». Του Γιώργου Τοζίδη


Στον πρόλογο του βιβλίου του, Αναφορά στον Γκρέκο, ο Ν. Καζαντζάκης απευθύνεται στον «παππού» του, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο «Ελ Γκρέκο»:

«- Παππού αγαπημένε, είπα, δωσ’ μου μιαν προσταγή.

»Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου· δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά· ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

»- Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…

»Η φωνή του βαθιά σκοτεινή, σα να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

»Έφτασε ώς τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

»- Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

»Κι ολομεμιάς, ώς να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

»-Φτάσε όπου δεν μπορείς!».


Αυτήν την προσταγή θα δώσει και στον ΣΥΡΙΖΑ, την Κυριακή, ο ελληνικός λαός. Στον ΣΥΡΙΖΑ, που παρά τα λάθη και τις αδυναμίες του, είναι ο πολιτικός οργανισμός στον οποίο ακουμπά τις ελπίδες και τις προσδοκίες της η ελληνική κοινωνία. Ακόμη και χωρίς να έχει ολοκληρώσει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης που παραμένει με το «κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω» χωρίς το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης. Ακόμη κι αν απουσιάζουν ουσιαστικές αναφορές για την αντιπαράθεση με τη νεοθωμανική Τουρκία στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη. Έστω και χωρίς να έχει επιτύχει στη δημιουργία του κόμματος μελών που οραματίστηκε και έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία, με συνέπεια να συμμετέχουν στα ψηφοδέλτιά του υποψήφιοι που δεν γίνονται αποδεκτοί από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών του (με κορυφαίο παράδειγμα την υποψηφιότητα Τρεμόπουλου).

Εβδομήντα χρόνια μετά την Κατοχή και πάλι η ελληνική Αριστερά καλείται να ανοικοδομήσει τη χώρα από τα ερείπια που αφήνουν πίσω τους οι ξένοι αποικιοκράτες και οι ντόπιοι συνεργοί τους και να υλοποιήσει ένα εναλλακτικό υπόδειγμα ανάπτυξης. Οι ομοιότητες με τη μετακατοχική περίοδο είναι πολλές. Έγραφε τότε ο Δ. Μπάτσης:

«Η βασική αιτία είναι πως οι κυρίαρχες τάξεις εξακολουθούν την προπολεμική τους τακτική, την τακτική της “αντίστασης” στις παραγωγικές επενδύσεις και τα ζητούν όλα από το ξένο κεφάλαιο. Θυσιάζουν σε αντάλλαγμα και την εθνική ανεξαρτησία και τις ίδιες τις πλουτοφόρες πηγές της χώρας. Εξακολουθούν τον παρασιτισμό, το μεταπρατισμό και το δρόμο των μονοπωλιακών προνομίων. Η παραγωγική ανάπτυξη γίνεται με το ρυθμό που τους εξασφαλίζει την απόλαυση των κερδών και των προνομίων. Η βασική παραγωγική δύναμη, ο εργαζόμενος λαός, καταδυναστεύεται και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η χαμηλή αγοραστική δύναμη γίνεται παράγοντας ανασταλτικός για την οικονομική ανάπτυξη».

Το σχέδιο και οι προτάσεις ανοικοδόμησης της Ελλάδας, που διατύπωσε η Αριστερά την περίοδο μετά την Κατοχή, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ αφού «δολοφονήθηκαν» από την αντεπανάσταση των δωσίλογων και τα όπλα του βρετανικού και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Σήμερα, η ελληνική Αριστερά βρίσκεται απέναντι στις ίδιες προκλήσεις. Καλείται να βρει το νήμα που συνδέει τα Αμπελάκια, τη Σάμο και τα Ψαρά του 18ου και 19ου αιώνα, τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και τις δομές αλληλεγγύης της Κατοχής με την Ανάβρα, τους νέους παραγωγικούς συνεταιρισμούς και τις δομές αλληλεγγύης του 21ου αιώνα. Το δίλημμα έχει τεθεί:

Ελλάδα, χώρα-διαμετακομιστικός κόμβος προϊόντων και ενεργειακών πόρων, τουριστικό θέρετρο και πολυτελές γηροκομείο των Βορειοευρωπαίων με ξεπουλημένο το δημόσιο πλούτο ή Ελλάδα αυτοδύναμη, χώρα στηριγμένη σε μια συνεταιριστική οικονομία που καλύπτει τις βασικές ανάγκες των κατοίκων της, προστατεύει το περιβάλλον, αναδεικνύει την πολιτιστική κληρονομιά και δημιουργεί θέσεις σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας ώστε να αναστραφεί η φυγή της ελληνικής νεολαίας.

Η υλοποίηση αυτού του ανταγωνιστικού οράματος δεν μπορεί να γίνει με τα υλικά και τις συνήθειες του παρελθόντος. Ο Β. Μαγιακόφσκι (Είναι νωρίς να χαρούμε) μας προστάζει:

«Τι είναι αυτά!/ Το σακάκι ν’ αλλάξουμε απ΄ έξω/

δε φτάνει σύντροφοι, δε φτάνει!/Αναποδογυρίστε τα μέσα σας έξω!».

Ο πραγματικός αγώνας ξεκινά την επόμενη μέρα των εκλογών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²