Η περίπτωση του μηχανουργείου Ροντήρη του Ανδρέα Κυράνη

Ομιλία στην εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς, με θέμα τη βιομηχανική μας κληρονομία, στις 08 Ιουνίου 2013.

Ὁ βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης

....κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυό χρόνια τώρα άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον Όμηρο μόνο μιά λέξη στην Ιλιάδα κι ' εκείνη αβέβαιη
………………
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
Γ. Σεφέρης από το ¨Ημερολόγιο Καταστρώματος
¨Ἀσίνη, καλοκαίρι ῾38 – Ἀθήνα, Γεν. ῾40




Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80, το όνομα Ροντήρης, για τον τεχνικό κόσμο του Πειραιά συνιστούσε θρύλο, κι ας είχε παύσει 25 χρόνια να λειτουργεί σαν εργοστάσιο. Για τους ακόμη «εν δράσει» μηχανουργούς, η προϋπηρεσία «στου Ροντήρη», συνιστούσε τίτλο τιμής, υψηλής τεχνογνωσίας και μηχανουργικής κατάρτισης. Δεκάδες μεταπολεμικά μηχανουργία, μεγαλύτερα η μικρότερα, αντλούσαν καταγωγή, και κύρος, από αυτό το μεγάλο σχολείο, στην τέχνη της μηχανουργικής εφαρμογής.


ΔΡΑΚΟΣ-ΠΟΛΕΜΗΣ ΑΕ και ΧΥΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ, στο χώρο των αντλιών, η Ν.Μ.ΓΑΒΑΛΑΣ ΑΕ στο χώρο των μηχανημάτων λατομείων, η ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΣ ΕΠΕ, στα μηχανήματα σχισίματος μαρμάρων, η ΜΕΛΚΑ ΕΠΕ ΤΣΙΜΠΛΑΚΗΣ-ΚΥΡΑΝΗΣ στα βαρούλκα πλοίων, η ΚΟΚΚΟΤΑΣ-ΛΙΩΡΗΣ στην υψηλής ποιότητας μαστορική χύτευση χειρός, κ.α.

Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν, πως εκείνο το μηχανουργείο, δεν υπήρξε παρά το αναγκαίο σκαλοπάτι, στο απώτερο όραμα του Γιάννη Ροντήρη ήδη από την δεκαετία του 30, για την κατασκευή με την μέθοδο της προκατασκευής, μεταλλικών πλοίων, όραμα που διέκοψε ο πόλεμος, και μετά κατασπάραξε η οικονομικό- πολιτική διαπλοκή.

Τόσο τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, του Νιάρχου, όσο και τα ναυπηγεία Ελευσίνας, του Ανδρεάδη, οφείλουν την ύπαρξη τους στο καταρτισμένο τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό εκείνης της εταιρείας, και τις πρωτοβουλίες εκείνου του επιχειρηματία.
Αυτός ο άγνωστος σε πολλούς ευγενής ευπατρίδης, με καταγραμμένο γενάρχη κάποιον Σωτήριο Ροντήρη, ανώτερο υπάλληλο της Υψηλής Πύλης στα μέσα του 18ου αιώνα, έφυγε από την ζωή το 1976 μόνος και άγνωστος, αφού διέθεσε ικμάδα, σχεδιαστικό- μηχανουργικό ταλέντο και περιουσία, στο όραμα μιας παραγωγικά αυτοδύναμης πατρίδας, χωρίς την ελάχιστη αναγνώριση της ζωτικής συνεισφοράς του.

Αργότερα, το μοναδικό κτιριακό μνημείο αυτής της ιστορίας, το μεσοπολεμικό κτίριο της ΡΟΣΤΡΟ αντικαθίσταται από ένα μίζερο κτίριο, μιας πολυεθνικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ.

Ο τόπος γεννήτορας και μήτρα, της τεχνογνωσίας που στήριξε τη Δυτική βιομηχανική επανάσταση, φορά δια της βίας, ενα κίβδηλο προσωπείο παροχής υπηρεσιών, επειδή δήθεν δεν «παράγει» τίποτε.

Με την τεχνογνωσία μας να αντιστέκεται παντού ζωντανή, αφανίζεται κάθε ίχνος μνήμης και γνώσης της από προσώπου γης, προκειμένου, αμνήμονες και αγράμματοι, να μεταλλαχτούμε ταχύτερα στα ανθρωποειδή του τόπου της πλήρους ευτέλειας.

Τι μας διδάσκει και τι βάσιμες ενδείξεις δυνατότητας ανατροπής μιας παρασιτικής συνθήκης θεμελιώνει άραγε αυτό το ιστορικό υπόδειγμα?

1. Σαν οικονομικό- πολιτική συνθήκη.

Η ενδογενής παραγωγική υπόσταση μιας χώρας, είναι «δείκτης» εθνικής ανεξαρτησίας. 

Μετά μια εθνική καταστροφή και ήττα, αποτέλεσμα ενός καταστροφικού εμφύλιου πολέμου, οι «νικητές» καταστρέφουν την παραγωγική της βάσης, χάρη του μεταπρατισμού και του παρασιτισμού.

Την ίδια στιγμή που η αριστερή διανόηση του «Ανταίου», που τεκμηρίωνε την ρεαλιστική δυνατότητα για παραγωγική-βιομηχανική ανασύνταξη, εκτελείται ξημερώματα Κυριακής, με την εκτέλεση του Μπάτση δίπλα στον Μπελογιάννη, η όποια ελληνική βιομηχανία και παραγωγή, αν και άντεξε μια δεκαετία πολεμικών συγκρούσεων, εκτελείται μεθοδικά, από τις τότε πολιτικές ηγεσίες του τόπου, χάρη στην προσωπική ιδιοτέλεια και τα ξένα συμφέροντα.


Η Σιδηροβιομηχανία Ρόστρο δεν έκλεισε από μόνη της, ούτε «γενικά» από μια δήθεν οικονομική συγκυρία, η τα λάθη του διαχειριστή της. 
Την έκλεισε μια σαφής πολιτική επιλογή, που έκρινε πως, παραγωγή δεν αναπτύσσει σε μια δήθεν αγροτική χώρα, που οφείλει να στραφεί στις εισαγωγές, τον μεταπρατισμό και τις υπηρεσίες, προκειμένου να ενσωματωθεί στο παγκόσμιο-ποιημένο «οικονομικό» περι-βάλλον. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή. Κάθε σχέση με σημερινά πραγματικά περιστατικά, είναι προφανώς εντελώς συμπτωματική. 
Να πως περιγράφει τα γεγονότα, ο ίδιος ο «διανοούμενος» Ροντήρης, σε αποσπάσματα επιστολής του της εποχής:


«Περί Της Ελληνικής Σιδηροβιομηχανίας και των ληπτέων μέτρων διά την σωτηρίαν της» 
Οι λόγοι της κακοδαιμονίας
Η Ελληνική Σιδηροβιομηχανία,…ουδέποτε έτυχεν έστω και της παραμικρής προστασίας .. διά να δυνηθή να αντεπεξέλθη εις τον οξύτατον ξένον ανταγωνισμόν.

...άλλα πλήγματα…μεταξύ τούτων.., ήτο και το γεγονός ότι πολλοί νέοι εν Ελλάδι….., επεδόθησαν εις την επιστήμην του μηχανικού-μηχανολόγου αλλά, βλέποντες, …, τον σκληρόν αγώνα τον οποίο ηγωνίζετο η Ελληνική σιδηροβιομηχανία, αντί να τραπώσιν εις την δημιουργικήν εργασίαν της εν Ελλάδι κατασκευής μηχανημάτων, μετεβλήθησαν εις αντιπροσώπους ξένων οίκων, παραιτούμενοι της φιλοδοξίας να γίνουν οι ίδιοι, εις τον τόπο τους, κατασκευασταί. 

Η απασχόλησις ..του αντιπροσώπου, πολύ εύκολος αλλά πολύ ολίγον τιμητική δι’ ένα επιστήμονα, απέφερεν άκοπα κέρδη και ώθησεν ούτω και πολλούς άλλους να τραπώσιν προς αυτήν. 

Το συμφέρον των ανθρώπων τούτων ήτο ..η δυσφήμισις των Ελληνικών κατασκευών και η διά παντός μέσου προστασία των έξωθι εισαγομένων μηχανημάτων των οποίων είχον την αντιπροσωπείαν.»

«Παρατηρείται ακόμη και μια συστηματική τάσις διώξεως της Ελληνικής σιδηροβιομηχανίας εκ μέρους .. αυτού τούτου του κράτους. .. έχει φθάσει μέχρι του σημείου ώστε να γίνωνται δημοπρασίαι μηχανημάτων και να αναφέρηται ρητώς εις τας προκηρύξεις ότι η προμήθεια τούτων πρέπει να γίνει εκ του εξωτερικού. Αυτός ο ολέθριος ρόλος μερικών Ελλήνων τεχνικών ..οιτινες απομακρυθέντες τελείως εκ της πραγματικής δημιουργικής εργασίας του Μηχανουργείου παρέμειναν μόνον διεκπεραιωταί εγγράφων εις τα διάφορα δημόσια γραφεία και ούτω,…, φοβούνται και περιφρονούν τα Ελληνικά κατασκευάσματα.

 «Το μέλλον.  

Μόνη ελπίς απομένει να συνέλθωμεν διά να ίδωμεν ότι είναι ολέθριον διά τον τόπον μας να μη κατασκευάζωμεν τα μηχανήματά μας οι ίδιοι, ότι είναι αντίθετον προς την λογικήν να παραγγέλωμεν εις την Ιταλίαν μηχανήματα και πλοία τα οποία ηδύναντο κάλλιστα να κατασκευασθώσιν εν Ελλάδι, ότι είναι παραφροσύνη να σκέπτεται τις ότι είναι συμφερώτερον να φέρωμεν κάτι από το εξωτερικόν, έστω και αν θεωρείται τούτο κατά τι φθηνότερον, … καθ΄όν χρόνον ,οι Έλληνες εργάται και τεχνίται ευρίσκονται άνευ εργασίας και πεινούν, τα δε παιδιά των δε θα μπορέσουν να μάθουν την τέχνην των, την τέχνην του πατέρα των, ... Τα Ελληνικά μηχανήματα τα οποία ήδη και σήμερον συναγωνίζονται τόσον από απόψεως τιμής όσον και ποιότητος τα του εξωτερικού .. θα συμβάλουν ούτω εις την προαγωγήν του μηχανικού πολιτισμού της χώρας μας. Θα εξαλειφθή από τα βιομηχανικά κέντρα η ανεργία και διά της κινήσεως των κεφαλαίων και της αυξήσεως της βιομηχανικής δραστηριότητας το Κράτος θ’ αρχίση να εισπράττη φόρους τους οποίους σήμερον δεν είναι δυνατόν να είσπραξη.»

«… η Σιδηροβιομηχανία πρέπει να είναι το "όπλον μάχης" δια την επίτευξιν της ευημερίας ιδία των πτωχών λαών. Είναι η μόνη βιομηχανία η οποία χρειάζεται τόσον μικρόν ποσοστόν μικράς σχετικώς αξίας πρώτων υλών και υλικών δια κατασκευάσματα των οποίων η αξία, κατά το μεγαλύτερον ποσοστόν, δεν είναι άλλο τι, παρά η αξιοποίησις της ανθρώπινης προσπάθειας.» «Θα ήτο, .. πραγματική απώλεια … να σβύση ό,τι έχει δημιουργηθή ύστερα από μύριους κόπους, .ωρισμένων ανθρώπων, οίτινες ωραματίσθησαν την δημιουργίαν μιας τόσον ζωτικής βιομηχανίας και οίτινες, ασφαλώς, αξίζουν, σήμερον, καλλίτερης τύχης από το να ίδουν την εξαφάνισην, του τοσαύτης εθνικής σημασίας έργου των.» 



Φυσικά κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει.
Παρά τον πόλεμο και τις άνωθεν πολιτικές, η μεταποίηση στην Ελλάδα ξαναγεννιέται, οδηγώντας στο περίφημο «παραγωγικό θαύμα» της δεκαετίας του εξήντα. 

Οι «ηττημένοι» τώρα του εμφύλιου, αποκλεισμένοι λόγο κοινωνικών φρονημάτων, αξιοποιούν τα ταλέντα τους, ενισχύουν την αυτοδυναμία και απεξάρτηση τους τον κρατικό μηχανισμό και συνεισφέρουν δραματικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. 

Ότι έκαναν για αιώνες οι προγονοί τους δηλαδή, μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στα απομακρυσμένα βουνά και νησιά του τόπου, όπου ανθούσαν οι αυτόνομες κοινότητες και η βιοτεχνία.



2. Σαν παραγωγικό μοντέλο.

Η ΡΟΣΤΡΟ υπήρξε μια υπερσύγχρονη για την εποχή της μηχανουργική- ναυπηγοκατασκευαστική- επισκευαστική μονάδα, με 1100 εργαζόμενους το 50. 

Με τα γύρω της μικρότερα μηχανουργεία, συγκροτούσε ένα αυτοδυναμο παραγωγικό σύστημα. Η ίδια σχεδίαζε τα προϊόντα της, χύτευε το μεγαλύτερο μέρος από τις πρώτες ύλες της, σίδηρο μαντέμι, αλουμίνιο και μπρούτζο, με μοδέλα που η ίδια σχεδίαζε και κατασκεύαζε, παράγοντας ότι άλλο μέρος απαιτούσε η σύνθεση του προϊόντος. 

Είχε ναυπηγούς, μηχανολόγους και χημικούς ανωτάτης παιδείας, μηχανικούς και σχεδιαστές των ανώτερων και μέσων τεχνικών σχολών του τότε Πειραιά, και τεχνίτες, μηχανουργούς, εφαρμοστές, χυτευτές μετάλλων, ηλεκτρολόγους, ξυλουργούς βαφείς κτλ. Τα σχέδια του εργοστασίου με τα επί μέρους τμήματα και τον αντίστοιχο μηχανολογικό εξοπλισμό, μαρτυρούν αδιάψευστα το γεγονός.

Ένα είδος απουσίαζε από αυτή την μονάδα. Ο βιομηχανικός εργάτης. Την συγκροτούσαν αποκλειστικά επιστήμονες και τεχνίτες. Την ίδια στιγμή που ακτινοβολούσε σχεδιασμό, μαστορική και ποιότητα, απουσίαζε το περίφημο φορντικό μοντέλο, ο αντίστοιχος καταμερισμός- εξειδίκευση, η μαζική-ποσοτική παραγωγή. 

Ο μεγάλος όγκος της εργασίας της ήταν ειδικά σχεδιασμένα κατά παραγγελία προϊόντα. Για την ΕΤΜΑ πλεκτικές μηχανές τύπου Σβάιτσερ, την ναυτιλία μικρά βαπόρια και μηχανολογικός εξοπλισμός, μεταλλικά κτίρια και ειδικά μηχανήματα για τον αγροτικό τομέα και την μεταποίηση. (ΙΟΝ, ΕΛΑΙΣ, ΠΑΥΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, Ίσθμια της Κορίνθου και της Λευκάδας, κ.α.)

Τα τυπικά προϊόντα αντλίες και συμπιεστές αμμωνίας για την παγοποιία, συμπλήρωναν τα κενά.

Η τοπική παραγωγική μας παράδοση και πραγματικότητα, είναι παντελώς διαφορετική από την αντίστοιχη στην Δύση, σαν ιστορική ταυτότητα που υπηρετεί το συγκεκριμένο και όχι το «τυπικό».




3. Σαν τεχνογνωσία.

Η ΡΟΣΤΡΟ υπήρξε ένα ανατροφοδοτούμενο μεγάλο τεχνικό πανεπιστήμιο. Ένας ναός τεχνολογικής σοφίας και εφαρμοσμένης γνώσης. 

Τον τεχνικό μας πολιτισμό δεν τον γέννησε η Δύση, αντίθετα τον αφανίζει κάθε προκρούστια προσπάθεια προσαρμογής μας σ αυτήν. 

Η τεχνογνωσία μας είναι η παράδοση του μάστορα και του μηχανουργού, δηλαδή του αληθινού υποκειμένου της μεταποιητικής διαδικασίας, και όχι του κατ εξοχήν αντικειμένου της, όπως ο βιομηχανικός εργάτης. 

Μια παράδοσης που:
  • διαθέτει μια ικανότητα να αφομοίωσης οτιδήποτε του αληθινά καινοτομικού και νέου, μέσω μιας πραγματικής σχέσης με το προϋπάρχον. 
  • απεχθάνεται την στείρα επανάληψη ενός καταμερισμού και μιας δήθεν εξειδίκευσης, ασκώντας την ειδικότητα στη δημιουργική σύνθεση των πιο ετερόκλητων πραγμάτων.
  • συγκροτεί έννοιες και σημασίες, δίνοντας στην μηχανή ρόλο κουτού εργαλείου και όχι θεότητας πάνω από τον δημιουργό της.
Τότε, το πτυχίο μηχανικού προϋπέθετε τριετή μηχανουργική εμπειρία.

Η ΡΟΣΤΡΟ υπήρξε ένα από τα κύρια μηχανουργία σχολεία. 

Το 1941, ο Ροντήρης έκλεισε το Μηχανουργείο, για να μην βοηθήσει τον στρατό κατοχής. Οι Γερμανοί το επέταξαν, για την συντήρηση των τορπιλακάτων τους. 

Οι τεχνίτες μηχανουργείου, προκαλούσαν ελεγχόμενες βλάβες στις εξελιγμένες για την εποχή τους μηχανές, όταν τα σκάφη ήταν εν πλω και μακριά από λιμάνι. 

Μετά από επάλληλα συμβάντα, οι Γερμανοί υποψιάστηκαν πως κάτι τρέχει. Ουδέποτε όμως κατάφεραν να αποδείξουν το παραμικρό, αδυνατώντας να υπερβούν την άριστη τεκμηρίωση και τεχνογνωσία των ελλήνων τεχνικών.


4. Σαν μάθημα ήθους, πίστης και οράματος.



Το 1956 η ΡΟΣΤΡΟ αδυνατεί να λειτουργήσει, καταχρεωμένη από την ΕΤΜΑ. Τότε ο όμιλος Νιάρχου επιλέγει να επενδύσει στην συγκρότηση μεγάλου σύγχρονου ναυπηγείου στην Ελλάδα. Αναθέτει στον ναυπηγό καθηγητή του ΕΜΠ πλοίαρχο Φραγκούλη, να αναζητήσει στελέχη και τεχνικό προσωπικό προκειμένου να το μετεκπαιδεύσει στα πιο σύγχρονα ευρωπαϊκά ναυπηγεία της εποχής στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Εκείνος απευθύνεται αμέσως στον Ροντήρη. 

Ο Ροντήρης, προκειμένου να υπηρετήσει το προπολεμικό του όραμα, συνεισφέρει με όλες του τις δυνάμεις, διαθέτοντας τα πολυτιμότερα στελέχη του για τα συμφέροντα κάποιου άλλου, χωρίς το παραμικρό προσωπικό όφελος. Χαρίζει επί της ουσίας τον καρπό κόπων 30 ετών. Μια ομάδα 110 ατόμων, ο μετέπειτα αρχικός πυρήνας των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, πηγαίνει για 1,5 χρόνο στην Ολλανδία.

Παρά τις άριστες συνθήκες εργασίας και τις καλές αμοιβές, με τους μαθητευόμενους τεχνίτες να μετατρέπονται στην πράξη σε εκπαιδευτές και εργοδηγούς των Ολλανδών, η ανικανότητα του διευθυντικού τεχνοκρατικού δυναμικού του Νιάρχου, να τους συναισθανθεί, οδηγεί μέρος τους σε παραίτηση στα τέλη της δεκαετίας του 50.

Επιστρέφει στο παλιό αφεντικό-δάσκαλο Ροντήρη, που παλεύει να κρατήσει εν ζωή, το παλιό ναυπηγείο στο Πέραμα. Πτωχευμένος και κυνηγημένος από το ΙΚΑ της εποχής, το επιχειρεί μια συνεργασία με τον Ανδρεάδη, μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ. Μόλις εκείνος, με κάποιους νομικούς χειρισμούς, αποκτά τυπικά τον έλεγχο, τον βγάζει εντελώς από το παιχνίδι. Από εκεί γεννούνται τα ναυπηγεία Ελευσίνας, η άλλη μεγάλη ναυπηγική μονάδα της χώρας.
Ο Γιάννης Ροντήρης, μέχρι το τέλος, μέσα από ένα μικρό μελετητικό γραφείο 50μ² στην οδό Αιτωλικού και Μύλου στον Πειραιά, πολύ κοντά στο παλιό χαμένο του Μηχανουργείο που γίνεται αποθήκη, μελετά και επιβλέπει μηχανουργικές κατασκευές, χαρίζοντας σε όποιον βρεθεί στο δρόμο του, τη φλόγα του για την ελληνική σιδηροβιομηχανία.



5. Ένα μάθημα αντοχής στο χρόνο.


Τα κτιριακά τεκμήρια ισοπεδωμένα. Η μνήμη των γεγονότων κατοικεί σε ελάχιστους μετρημένους στα δάκτυλα ανθρώπους εκείνης την μεγάλης τεχνικής οικογένειας που ζούν ακόμη.

Τα ιστορικά τεκμήρια αυτής της επικής ιστορίας ελάχιστα. Επαφίενται στην δύσκολη τεκμηρίωση κάποιων επίμονων που βρίσκουν τα θραύσματα ενός παρελθόντος που η σβήνει υπό το κράτος των καιρών, η καταγράφεται σαν δήθεν αδιέξοδο η ρομαντικό εγχείρημα.

Στον τόπο που γέννησε τον μύθο του Προκρούστη, η τεχνογνωσία επιμένει να αντιστέκεται στην άρρητη παράδοση και το dna μας, ακυρώνοντας στην πράξη τα κατασκευασμένα ιδεολογήματα.
Σε μια εποχή γενικευμένης σύγχυσης, όπου κάτω από μια υπαρκτή παγκόσμια οικονομική κρίση, αποκρύβεται επιμελώς μια δομική κρίση στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο τουλάχιστον 6 αιώνων, το όραμα της μηχανουργίας, ήρθε ο καιρός να πάρει την εκδίκηση του

Σε μια Δύση πανίσχυρη στο όνομα των αριθμών και των στατιστικών, παντελώς όμως απογυμνωμένη και εξαρτημένη στο παραγωγικό επίπεδο, το μάθημα της Ρόστρο φωτίζει έναν δρόμο που μας αφόρα ζωτικά. ( ήδη πέρυσι οι εξαγωγές της Γερμανίας στην Κίνα για παράδειγμα, υπολείπονται κάποια δεκάδα δις ευρώ από τις αντίστοιχες εισαγωγές της από την Κίνα).

Η Δύση, παρά την σύγχυση ενός δήθεν σε αυτάρκεια αναδυόμενου ψηφιακού κόσμου, αναζητά εναγώνια βιώσιμο εναλλακτικό παραγωγικό μοντέλο. Και αυτό είναι ιστορικά αδύνατο να υπάρξει ερήμην της μηχανουργίας.

Ο τόπος μας έχει την δυνατότητα, αν το αποσαφηνίσουμε συναισθανθούμε και κατανοήσουμε, να συγκροτήσει εναλλακτικά στο κυρίαρχο παραγωγικά μοντέλα, μοντέλα λυτρωτικά για μας και χρήσιμα σαν μικρά υποδείγματα για ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο.

Προικιά του είναι μια βαθύτατη ιστορική παρακαταθήκη τεχνογνωσίας, σε σύνθεση με μια πραγματική έγκαιρη εμπλοκή του με τα του ψηφιακού κόσμου.

Τεράστιο πλεονέκτημα η απαλλαγή του από τα βαρίδια ενός βαρβάρου βιομηχανικού παρελθόντος, που συνιστά αγχόνη για την Δύση που το γέννησε.

Είναι καιρός να ανατρέψουμε ριζικά την κυρίαρχη ατζέντα.

Μπρός στο αίολο ιδεολόγημα της ανάπτυξης οφείλουμε να συναισθανθούμε το ζωτικό πρόταγμα για μια εφικτή όσο ποτέ δυνατότητα μας, για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση.

Ζωτική οφειλή τόσο στην ιστορία μας όσο και στις γενιές που έρχονται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσθέστε τα σχόλια σας:

Σκοπός του μπλογκ αυτού είναι: Nα συγκεντρώσει τον προβληματισμό και τις προτάσεις για τη χάραξη μιας νέας εθνικής παραγωγικής στρατηγικής.


Έχουμε οδηγηθεί σε έναν πλήρη εκτροχιασμό από την προαιώνια βασική επιβιωτική μας αρχή: «παράγω, κερδίζω με τον μόχθο μου, και δεν ξοδεύω περισσότερα από όσα βγάζω", οπότε, ακόμη και αν ξαφνικά "βρέξει χρήματα", δεν θα επωφεληθούν παρά οι παρασιτικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας.
Η συμμετοχή μας στην παραγωγική πραγματικότητα του τόπου, μας διδάσκει πως η ελληνική κρίση δεν θα ξεπεραστεί, εάν η χώρα δεν ξαναβρεί τη παραγωγική της δύναμη, την αυτοεκτίμηση της, την δημιουργική ψυχή - στυλοβάτη της παραγωγικής της υπόστασης, αν δηλαδή δεν ανασυστήσει με νέα ήθη και νοοτροπίες, την ιδιαίτερη επιστημονική, τεχνολογική και προπαντός τεχνική ενδογενή της βάση, τον ελάχιστο αναγκαίο όρο για να υπερβεί τα αδιέξοδα και να ανακτήσει την εθνική της ανεξαρτησία¹.
"Δεν θα χαράξουμε όμως τέτοια στρατηγική χωρίς βαθιά συνείδηση, με γνώμονα πάντοτε τους καιρούς που ζούμε:
Πρώτον, του τι μας συμβαίνει, του βαθύτερου δηλαδή χαρακτήρα της χρεοκοπίας της Μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις της στην ελλαδική μας υπόσταση και στη συνολική συνακόλουθα μοίρα του Ελληνισμού.
Δεύτερον, του γιατί μας συμβαίνει, του πώς δηλαδή οι «χρυσοφόρες» δεκαετίες της μεταπολιτευτικής… χαύνωσης {των πολλών ευρωπαϊκών «πακέτων», της «Αλλαγής», του «εκσυγχρονισμού» και «της ισχυρής Ελλάδας»} μας οδήγησαν, ...στη μετανεωτερική υποτέλειά μας εντός της …Ευρωπαϊκής Ένωσης (με καλλιεργούμενη ψευδαίσθηση ισοτιμίας και ανεξαρτησίας στο πλαίσιό της!).
Τρίτον, τέλος, του πώς θα βγούμε από τα πνιγηρά αδιέξοδά μας και θα μπούμε στη δύσκολη τροχιά της εθνικής μας αξιοπρέπειας, με πλήρη επίγνωση των απαιτούμενων σε βάθος χρόνου μεγάλων θυσιών από τον (καλά ενημερωμένο!) λαό μας."²